Θεσμική δυσπιστία

ΕΘΝΟΣ,  26/12/21

Oλες οι έρευνες το δείχνουν, αλλά θα μπορούσαμε και να αρκεστούμε στην εμπειρική παρατήρηση: η περιπέτεια της πανδημίας μείωσε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη του κοινωνικού σώματος στους θεσμούς. Το φαινόμενο είναι διεθνές, και δεν οφείλεται μόνο στην πανδημία, αλλά πιστεύω πώς έχει ειδικά χαρακτηριστικά στη χώρα μας.

Σε ένα κλίμα ήδη οξυμμένης δυσπιστίας έναντι, κυρίως, της κυβέρνησης και γενικώς του κομματικού συστήματος, η πανδημία έδρασε ως καταλύτης. Αιχμή της απογοήτευσης δεν υπήρξαν τόσο οι –ασφαλώς όχι άμεμπτες- επιδόσεις των κυβερνώντων, όσο η εκ των πραγμάτων, δηλαδή των δύσκολων συνθηκών και της παρατεταμένης εφαρμογής έκτακτων μέτρων, «δικαίωση» της αίσθησης ότι η κοινωνία παλεύει μόνη της και οι αποφασίζοντες αδυνατούν να τη «σώσουν». Ένα ψυχολογικό ρεύμα, που διαμορφώθηκε σταδιακά, καθώς τα πανδημικά κύματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, τα μέτρα χαλάρωναν και τα κρούσματα πλήθαιναν, οι αντοχές μειώνονταν και η δημόσια συζήτηση μετατοπιζόταν από το σοκ έναντι μιας απειλής που εμφανίζεται μια φορά κάθε αιώνα σε πιο αμφιλεγόμενα και πιο επιρρεπή σε εκμετάλλευση ζητήματα, όπως η ισορροπία μεταξύ της δημόσιας υγείας και ατομικών ελευθεριών, η σύγκρουση μεταξύ προσωπικών επιλογών και συλλογικού συμφέροντος, η «υποχρεωτικότητα» του εμβολιασμού και οι τρόποι τήρησης της.

Οι εκπρόσωποι της εξουσίας δεν απέφυγαν δολιχοδρομήσεις, επικοινωνιακά λάθη, αδιαφάνεια στη λήψη, και πάντως στην εξήγηση, των αποφάσεων. Αν θέλουμε, ωστόσο, να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε δυο τουλάχιστον στοιχεία που δυσχέραιναν αντικειμενικά το έργο τους: ότι παρόμοια, αν όχι εντονότερα, πισωγυρίσματα και δισταγμούς επέδειξαν –και πάλι, όχι μόνο στην Ελλάδα- οι ειδικοί επιστήμονες και οι επιτροπές που συμβούλευαν την κυβέρνηση και «νομιμοποιούσαν» τις αποφάσεις της΄ και ότι η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, μετά από ένα πρώτο διάστημα αυτοσυγκράτησης, χρησιμοποίησε συνειδητά την πανδημία ως πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι ελάχιστα «πτόησε» την ελληνική κοινωνία το γεγονός ότι παρομοίως, αν όχι χειρότερα, ατελείς υπήρξαν οι αντιδράσεις σχεδόν όλων των κυβερνήσεων του κόσμου, καθώς και ότι τα δικαστήρια, τα μόνα τυπικώς αρμόδια να αποφανθούν περί της νομιμότητας των μέτρων, ενέκριναν σχεδόν όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις. Το μίγμα δικαιολογεί, νομίζω, το συμπέρασμα ότι η πανδημία περισσότερο αποκρυστάλλωσε μια ήδη διαμορφωμένη στάση της κοινωνίας έναντι της εξουσίας παρά φανέρωσε κάποιο νέο στοιχείο που να δικαιολογεί αυξημένη δυσπιστία.

Πιο ενδιαφέρουσα είναι, κατά τη γνώμη μου, η επιρροή στην πρόσληψη θεσμών πέρα από το στενό πυρήνα του κράτους, κάποιοι από τους οποίους έχουν εντελώς ιδιόμορφη λειτουργία στην Ελλάδα. Η Εκκλησία, που φάνηκε καταφανώς κατώτερη των περιστάσεων, καθώς, επί μεγάλο διάστημα, ενδιαφερόταν περισσότερο για τη διατήρηση προνομίων και παραδόσεων της, όπως ο ελεύθερος εκκλησιασμός, η θεία κοινωνία, η θέαση της αρρώστιας ως μιάσματος που αγγίζει μόνο τους μη πιστούς, δέχτηκε πλήγμα αξιοπιστίας, αλλά μόνο στα μάτια αυτών που ήδη αμφέβαλαν για την αξιοπιστία της. Ο Τύπος, που, όπως πάντα τα τελευταία χρόνια, χωρίστηκε, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την πανδημία, σε γραπτό και ηλεκτρονικό και σε σοβαρό και λαϊκιστικό, παρασύρθηκε συλλήβδην από το ένα διπλό τσουνάμι: «μας κρύβουν την αλήθεια» και «μας μαυρίζουν την ψυχή με την καταστροφολογία τους». Ακόμα και το Σχολείο, ένα από τα τελευταία προπύργια του «μέσου Έλληνα», έχασε κύρος μέσα από τις εικόνες, και τα βιώματα, των κλειστών τάξεων, της τηλεργασίας, των παιδιών με μάσκες και κάποιων γονέων (σπανιότατα των ίδιων των παιδιών) που δεν τις ήθελαν, δασκάλων που οδηγούνταν στο Τμήμα, κουτσουρεμένων μαθημάτων και εξετάσεων.


Δεν ισχυρίζομαι πως όλοι οι θεσμοί ευημερούν στην Ελλάδα, ή πως οι ενσαρκωτές τους είναι πάντα άψογοι. Πιστεύω όμως ότι δεν είναι τυχαίο για τη συλλογική μας ταυτότητα ότι, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η πανδημία αποτελεί άλλη μια μεγάλη δοκιμασία μέσα από την οποία δεν βγαίνουμε ούτε πιο ενωμένοι, ούτε πιο σοφοί, ούτε με μεγαλύτερη διάθεση για βελτίωση δομών και νοοτροπίας. Η δυσπιστία είναι θεσμική, όχι μόνο γιατί στρέφεται κατά των θεσμών αλλά και γιατί αποτελεί μέρος της ταυτότητας μας.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s