Υπόδειγμα και παράδειγμα

Τώρα πια μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα: η κρίση δεν αποτέλεσε, και δεν θα αποτελέσει, για την Ελλάδα τουλάχιστον, ευκαιρία για τίποτα. Το αντίθετο: οι ευθύνες που υπάρχουν, και βαρύνουν πρώτα και κυρίως τις δυνάμεις αυτού του τόπου, και οι χειρισμοί που ακολούθησαν, με συν-ευθύνη πλέον και των διεθνών παραγόντων, έβγαλαν στην επιφάνεια τα χειρότερα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και τη δομική αδυναμία της κοινωνίας των πολιτών. Με αποτέλεσμα, εκτός από την κατάπτωση του βιοτικού επιπέδου και της αυτοεκτίμησης ενός ολόκληρου λαού να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο ο δρόμος για τις αλλαγές που όλοι γνωρίζουμε και θεωρούμε απαραίτητες.  

Υπάρχουν δύο βασικές αιτίες για τη διαμόρφωση αυτού του αρνητικού υποδείγματος. Η μία, που φτάνει στο απόγειο της αυτές τις ημέρες, έχει να κάνει με το διαρκή κλεφτοπόλεμο με τους δανειστές και τα μέτρα: όχι μόνο καμία σοβαρή μεταρρύθμιση δεν μπορεί να προχωρήσει, αλλά ούτε καν ενασχόληση με τα θέματα ουσίας δεν είναι δυνατή, όταν το κύριο, αν όχι το αποκλειστικό, μέλημα της κυβέρνησης είναι μια «πολιτική διαπραγμάτευση» νοούμενη ως υπεκφυγή, διγλωσσία, διαρκής αναδίπλωση και, τελικά, άτακτη υποχώρηση.

Στην τακτική αυτή η παρούσα κυβέρνηση ξεπέρασε κάθε ελληνικό και διεθνές προηγούμενο: το πώς κατάφερε από τα πρόθυρα μιας εύθραυστης εξόδου στις αγορές να μας πάει στα capital controls και στο Τρίτο Μνημόνιο, το πώς ήδη δρομολόγησε τη διαιώνιση της θέσης της χώρας μας υπό αυστηρή διεθνή επιτροπεία χωρίς καν  διατήρηση των όποιων «κεκτημένων» από τις προηγούμενες φάσεις, το πώς νόμιζε ότι αντιστεκόταν ενώ φόρτωνε το πρόγραμμα με όλο και πιο βαριά μέτρα, το πώς ο όποιος αγώνας της στέρησε και το τελευταίο μόριο οξυγόνου από την πραγματική οικονομία και κατέστησε ακόμα πιο αβίωτη τη θέση των αδύναμων και οριακή τη θέση της μεσαίας τάξης –όλα αυτά τα λένε συμπυκνωμένα τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων: μια αξιολόγηση που δεν κλείνει, μια αβεβαιότητα (ακόμα και για την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη) που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, ένα χρέος που δεν ρυθμίζεται, ταπεινωτικές υποχωρήσεις ακόμα και σε παράλογες απαιτήσεις των δανειστών (εργασιακά, προνομοθέτηση), κόκκινα δάνεια που αυξάνονται, ανεργία που ξαναπήρε την ανιούσα, μαύρη οικονομία που οργιάζει, επενδυτικό κλίμα που υφίσταται μόνο ως ανέκδοτο ή ευχή.

Υπάρχει όμως και μια άλλη αιτία, που τείνουμε να την υποβαθμίζουμε, ίσως γιατί δεν συνδέεται το ίδιο άμεσα με την οικονομία και άρα με την επιβίωση της χώρας και των πολιτών της. Πρόκειται όχι μόνο για την αδυναμία αλλά και για τη συνειδητή έλλειψη βούλησης να εκμεταλλευτούμε τα όποια σημεία του έξωθεν εκπορευομένου προγράμματος αντιστοιχούν σε υπαρκτές παθογένειες της δημόσιας σφαίρας και να τα χρησιμοποιήσουμε, έστω ως πρόσχημα, για να κάνουμε αυτά που έπρεπε από καιρό να είχαμε κάνει. Η υποχώρηση των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, με πρώτες την Υγεία και την Παιδεία, είναι τα μεγάλα θύματα αυτής της διαχειριστικής επιλογής, που δεν βαραίνει μόνο την παρούσα κυβέρνηση –έστω κι αν και σε αυτόν τον τομέα οι επιδόσεις της ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Νομίζω όμως, ίσως από επαγγελματική διαστροφή, ότι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, και η πιο αδικαιολόγητη αποτυχία, εικονογραφείται από την κατάσταση της Δημόσιας Διοίκησης.

Την ξεχάσαμε μέσα στον ορυμαγδό τη Δημόσια Διοίκηση –και μαζί ξεχάσαμε ότι κάθε συζήτηση περί «ανάπτυξης» χωρίς σοβαρή Δημόσια Διοίκηση είναι έπεα πτερόεντα. Την ξέχασαν και οι διαδοχικές «μνημονιακές» κυβερνήσεις, παρά το γεγονός ότι σχετικές με τη βελτίωσή της υποχρεώσεις βρίσκονται σε περίοπτη θέση εντός των διαδοχικών Μνημονίων. Την ξέχασαν επίσης, ιδίως όσο προχωρούσε ο χρόνος και η «διαπραγμάτευση», και οι δανειστές. Ας σκεφτούμε, αλλά ας σκεφτούν και οι εκπρόσωποι των «θεσμών», αν έχει μεγαλύτερη χρησιμότητα για την ανόρθωση της Ελλάδας η αποστράγγιση κάθε εργασιακού δικαιώματος σε μια κοινωνία ντε φάκτο μερικής εργασίας από τη δημιουργία ενός Κράτους που να μπορεί να σχεδιάσει μέτρα, να στηρίξει πρωτοβουλίες και κυρίως να δημιουργήσει ασφάλεια, ώστε να κινηθεί η οικονομία και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Αν εξαιρέσουμε την «ανεξαρτητοποίηση» της Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, που την τοποθετώ στο χώρο της Οικονομίας περισσότερο παρά της Διοίκησης, και τη θέσπιση της «Διαύγειας», που είναι σημαντική μεν, όχι όμως δομική αλλαγή,  δύο μόνο σοβαρές προσπάθειες έγιναν όλα τα χρόνια του Μνημονίου: η μία παραπάνω από αυτονόητη (η αξιόπιστη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων), η άλλη παραπάνω από ημιτελής (η αξιολόγηση νέου τύπου). Από εκεί και πέρα ούτε άχρηστοι οργανισμοί καταργήθηκαν ή συγχωνεύτηκαν (κι ας είχε αυτό το ειδικό καθήκον ολόκληρος Αντιπρόεδρος προηγούμενης κυβέρνησης), ούτε η επιτελική λειτουργία τονώθηκε, ούτε η κατανομή πόρων μεταξύ Κέντρου – Περιφέρειας εξορθολογίστηκε, ούτε η εξυπηρέτηση του πολίτη βελτιώθηκε, ούτε, βεβαίως, η κομματικοποίηση μειώθηκε. Αντίθετα, η παρούσα κυβέρνηση αποδείχτηκε μάστορας στην, κεντρική εξάλλου στην ιδεολογία της, κατάληψη του Κράτους.

Η κυβέρνηση της «Αριστεράς» δεν σεβάστηκε, και πάντως δεν αξιοποίησε, ούτε τον εαυτό της: στο Τρίτο Μνημόνιο, που εκείνη προκάλεσε και εκείνη έφερε στη Βουλή για ψήφιση (ν. 4336/2015) υπάρχει ειδικό τμήμα (άρθρο 3, παρ. Γ5) με τίτλο «Ένα σύγχρονο Κράτος και μια σύγχρονη Δημόσια Διοίκηση». Εκεί τίθενται όλες οι ορθές αρχές και όλες οι γνωστές κατευθύνσεις για τη βελτίωση της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης: οικοδόμηση ικανοτήτων (management), από-πολιτικοποίηση, συνολικός και μακρόπνοος σχεδιασμός (το Τρίτο Μνημόνιο καθιερώνει και υποχρεώνει σε «τριετή στρατηγική για μεταρρυθμίσεις»), αναδιοργάνωση δομών, ενίσχυση της διαφάνειας, ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής δημόσιας διοίκησης. Τίποτα από όλα αυτά, που μας τα θυμίζει στο απόλυτα κατατοπιστικό και συγκλονιστικά ψύχραιμο πρόσφατο βιβλίο του ο Πάνος Μαΐστρος («Μεταρρυθμίσεις ή Επικοινωνιακές Φωτοβολίδες;»), δεν έγινε από τότε που ψηφίστηκε το Τρίτο Μνημόνιο. Αντίθετα, κάτι που δυσκόλευε την κυβέρνηση, ο προληπτικός έλεγχος δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, έγινε ταχύτατα και νομική πραγματικότητα (πάντα μέσα στο Τρίτο Μνημόνιο), ακόμα και αν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 98 του Συντάγματος, και πράξη για το Δημόσιο (οι ΟΤΑ θα ακολουθήσουν το 2019).

Ακόμα και όταν υποχρεωνόμαστε, δεν ενεργούμε. Ακόμα και όταν γνωρίζουμε πού πονάμε και πώς θα μπορούσαμε να δράσουμε (στο ίδιο βιβλίο αναφέρονται επιστημονικές μελέτες αλλά και βήματα κοινής λογικής που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει), κωφεύουμε. Συνεχίζοντας να λαφυραγωγούμε, άρα να απαξιώνουμε, το Κράτος, κόβουμε το ισχνό κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε. Και γι’ αυτό δεν μας φταίει κανένα Μνημόνιο –αλλά δεν μπορεί να υπάρξει και η παραμικρή δικαιολογία για την επόμενη κυβέρνηση.                                                    
Κώστας Μποτόπουλος                        

0
0
0
s2smodern
powered by social2s