Εν οι παικτοίς

ΝΕΑ 9/06/2020

Το (ξανα)φούντωμα της συζήτησης περί εκλογών, λιγότερο από ένα χρόνο από τις προηγούμενες, και παρά τη ρητή διάψευση του Πρωθυπουργού, εγγράφεται σε μια γνωστή τάση των μέσων ενημέρωσης και του πολιτικού συστήματος. Και τα μεν και το δε αντιμετωπίζουν το χρόνο των εκλογών ως ζήτημα στρατηγικής και όχι ως ζήτημα δημοκρατίας.

Το ότι έχουν θεσμικά άδικο δεν σημαίνει ότι δεν πέφτουν, τις περισσότερες φορές, μέσα: πράγματι οι εκλογές έχουν σπάνια διεξαχθεί στο τέλος της τετραετίας σε όλη τη μεταπολίτευση (το 1985, το 2004 και, σχεδόν, το 2019), πράγματι το "αίτημα" για νέες εκλογές εκφράζεται σχεδόν μόλις κλείσουν οι κάλπες, πράγματι η εκάστοτε εξουσία ψάχνει, και σχεδόν πάντα βρίσκει, την "κατάλληλη" (για εκείνην) στιγμή. Και πράγματι, θα προσθέταμε σήμερα, η παρούσα στιγμή παρουσιάζει αρκετές "προκλήσεις" για τη διεξαγωγή, ή τουλάχιστον για σκέψεις περί διεξαγωγής, εκλογών.

Οι ιδιαιτερότητες της συγκυρίας είναι πολλές και γνωστές: η κυβέρνηση μοιάζει να έχει "ρεύμα", η πανδημία άλλαξε τα σχέδια και τις ανάγκες διακυβέρνησης, οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν με απλή αναλογική και η παρούσα κυβέρνηση σκέφτεται διαρκώς πώς θα "εξουδετερώσει" τις βέβαιες αρρυθμίες αυτού του συστήματος. Τα επιχειρήματα υπέρ μιας φρέσκιας εντολής (μετά, εξυπακούεται, από διπλές εκλογές) έχουν βάση, κυρίως για να προσαρμοστεί η κυβερνητική θητεία στο μετά την πανδημία, και διαφορετικό από πριν, κυβερνητικό πρόγραμμα: άλλες οι ανάγκες όταν η ανάκαμψη είχε αρχίσει κι άλλες όταν πρέπει να κατακτηθεί. Πόσο μάλλον όταν με τον σμπάρο του "προγράμματος ανόρθωσης" (ευρωπαϊκά κονδύλια, μεταρρυθμίσεις) "ελευθερώνεται" η χώρα και από το τρυγόνι της ακυβερνησίας. Ακούγεται λογικό -και θα ήταν, αν παραβλέπαμε γιατί και με ποιούς όρους γίνονται εκλογές.

Βασική εγγύηση της δημοκρατίας είναι η ισότητα των όπλων και η ισότητα των εκλογικών όπλων απαιτεί οι εκλογές να διεξάγονται σε σταθερό και εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο χρόνο και όχι κατ' επιλογή της κυβέρνησης. Στοιχειώδη πράγματα, ακόμα και υπό ένα Σύνταγμα που ουσιαστικά "επιτρέπει" στην κυβέρνηση να διαλέγει το χρόνο παρά το ότι υποτίθεται ότι το απαγορεύει (άρθρο 41 παρ. 2: η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να δεχτεί, διάλυση της Βουλής, και προκήρυξη εκλογών, μόνο για "εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας"). Το ότι θέμα εξαιρετικής σημασίας δεν μπορεί, εξ ορισμού, να είναι ένας εκλογικός υπολογισμός δεν έχει εμποδίσει τόσες και τόσες κυβερνήσεις να ζητήσουν εκλογές όποτε θέλουν, δηλαδή όποτε νομίζουν ότι τις συμφέρει. Το ότι η συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση δεν άλλαξε, παρότι συζητείται με την ευκαιρία κάθε αναθεώρησης, δείχνει ότι σύσσωμο το πολιτικό σύστημα αποδέχεται και επιθυμεί την λειτουργία της ως κυβερνητικού προνομίου. Αυτό φυσικά ισχύει και για τη σήμερα ανησυχούσα αξιωματική αντιπολίτευση που, όταν ήταν στην εξουσία, προκάλεσε εκλογές λιγότερο από ένα χρόνο μετά την πρώτη νίκη της.

Ξαναλέω: από πολιτική άποψη θα μπορούσε να συζητηθεί η ανανέωση της λαϊκής εντολής για λόγους που συνδέονται και με την πανδημία και με την οικονομία και ίσως και με την "κυβερνησιμότητα" (όσο "ομαλό" είναι να προκαλείς πρόωρες εκλογές, και μάλιστα διπλές, για να εξασφαλίσεις την "ομαλότητα"). Από δημοκρατική, ωστόσο, άποψη δεν συζητείται: όλοι ξέρουν/ξέρουμε ποιο είναι το ορθό και κάποια στιγμή δικαιούμαστε να περιμένουμε ότι θα επικρατήσει το ορθό. Οι εκλογές δεν πρέπει να διεξάγονται όποτε βολεύει την κυβέρνηση, ούτε καν όταν μοιάζει λογικό να "μηδενιστεί το κοντέρ", αλλά όταν έρθει η ώρα να αποφανθεί για έναν ολόκληρο  -στην Ελλάδα: τετραετή- κύκλο ο λαός.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s