Προστασία και «προστασία»

ΤΑ ΝΕΑ 13/2/2020

Οι εξελίξεις στην ενώπιον της Προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής «υπόθεση Παπαγγελόπουλου», ιδίως σε σχέση με την ανάμιξη του πρώην αναπληρωτή Υπουργού σε θέματα δικαιοσύνης, είναι τόσο σημαντικές που κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχολούμαστε με διαδικαστικές πτυχές. Αν αναγκαζόμαστε να το κάνουμε για το ζήτημα της κλήσης των λεγόμενων «προστατευόμενων μαρτύρων», δεν είναι μόνο για λόγους επικαιρότητας –ή επαγγελματικής διαστροφής- αλλά και γιατί η συγκεκριμένη πτυχή είναι αρκετά διδακτική.

Ο θεσμός των «προστατευόμενων μαρτύρων», που επισήμως ονομάζονται «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος», εισήχθη με πολύ ελληνικό τρόπο: πρώτα προβλέφθηκε η «προστασία μαρτύρων» σε σχέση με τις πράξεις της συγκρότησης ή συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 9 του ν. 2928/2001, του λεγόμενου «αντι-τρομοκρατικού», ενόψει της δίκης της 17Ν) και μετά, 13 χρόνια μετά, ορίστηκε ποιοι είναι και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν αυτοί οι μάρτυρες (νόμος 4254/2014 περί «ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας» -άλλη ελληνική πατέντα οι άσχετες με τον τίτλο ενός νόμου διατάξεις-, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 45 Β στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, για να υπαχθούν πρόσωπα στην κατηγορία των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος», πρέπει να χαρακτηρισθούν έτσι με ειδική πράξη αρμόδιου Εισαγγελέα στη βάση περιοριστικά αναφερόμενων προϋποθέσεων: συγκεκριμένη κατηγορία αδικημάτων (που διευρύνθηκαν με διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις), μη εμπλοκή των μαρτύρων στις πράξεις για τις οποίες μαρτυρούν, ουσιώδης συμβολή τους στη διαλεύκανση της εξεταζόμενης υπόθεσης. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ρητά ότι, πάλι με πράξη του χαρακτηρίσαντος Εισαγγελέα, η ιδιότητα του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» μπορεί να ανακαλείται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Η δε παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001 προβλέπειειδική περίπτωση «αποκάλυψης» των «προστατευομένων μαρτύρων» με ευθύνη του Εισαγγελέα. 

Στην υπό εξέταση περίπτωση τα παράδοξα δεν είναιτόσο νομικού/ερμηνευτικού χαρακτήρα, απορρέουν από τα πραγματικά περιστατικά. Η (προ)ανακριτική διαδικασία διατηρεί μεν τον ποινικό της χαρακτήρα, αλλά απονεμήθηκε, βάσει του Συντάγματος, σε οιονεί πολιτικό σχηματισμό, την ειδική Επιτροπή της Βουλής. Η ταυτότητα των «προστατευόμενων», και γι’ αυτό θεωρητικά ανώνυμων, μαρτύρων έχει, κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, είτε οικειοθελώς αποκαλυφθεί, είτε δώσει λαβή για αποκαλύψεις -ή «αποκαλύψεις». Ειδικώς αμφισβητείται αν οι συγκεκριμένοι μάρτυρες έδωσαν καταθέσεις σε Εισαγγελείς, στο πλαίσιο της εκτός Βουλής προδικασίας, με τις προβλεπόμενες στο νόμο «προστασίες» ή αν οι Εισαγγελείς γνωρίζουν την πραγματική τους ταυτότητα.

Από όλα αυτά συνάγονται τρία συμπεράσματα από θεσμική άποψη και ένα από πολιτική. Πρώτον, η Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής, ενεργώντας ως «κανονικός» ανακριτής, έχει κάθε δικαίωμα να καλέσει ενώπιον της «προστατευόμενους μάρτυρες». Δεύτερον, οι μάρτυρες αυτοί, εφόσον κληθούν, υποχρεούνται όχι μόνο να παραστούν αλλά και να πουν την αλήθεια, σε περίπτωση δε που πουν ψέματα ή πέσουν σε αντιφάσεις υπάρχει η δυνατότητα να μετατραπούν από μάρτυρες σε κατηγορούμενους. Τρίτον, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ό,τι νομίζει, αλλά η τελική κρίση περί του πού και πώς θα εξετασθούν οι «προστατευόμενοι» μάρτυρες και αν θα αρθεί η ανωνυμία τους ανήκει αποκλειστικά στον «Εισαγγελέα του χαρακτηρισμού». Και τέταρτον, και πολιτικόν, ειδικά σε μια διαδικασία σαν τη συγκεκριμένη, η προστασία της αλήθειας υπερτερεί της «προστασίας» προσώπων.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s