Ορθοθεώρηση

TA NEA - 15/7/2019


Στην εκτεινόμενη σε πολλά πεδία -θεσμικό, οικονομικό, νοοτροπιακό- προσπάθεια ανάταξης την οποία ανέλαβε, με το πρόγραμμά της αλλά και κατόπιν της λαϊκής εντολής, η νέα κυβέρνηση, η συνταγματική αναθεώρηση έχει πρωτεύουσα θέση. Χρονικά, καθώς θα αποτελέσει εκ των πραγμάτων το πρώτο ολοκληρωμένο δείγμα γραφής. Συμβολικά, αφού το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος και πλαίσιο επιμέρους επιλογών. Και πολιτικά, γιατί, με τις επιλογές που θα γίνουν και τις αλλαγές που θα επέλθουν, θα αποδείξει η κυβέρνηση πώς και πόσο εννοεί τη συναίνεση και το νέο πνεύμα υπηρέτησης του γενικού συμφέροντος.

Αυτό που έχει ήδη φανεί, και είναι θετικό, είναι ότι, παρά το ότι δεν "στάλθηκαν" από την προηγούμενη Βουλή σειρά διατάξεων που η σημερινή πλειοψηφία θεωρούσε κρίσιμες έως αναγκαίες -ιδιωτικά πανεπιστήμια, σχέση ανάπτυξης με περιβάλλον, τρόπος επιλογής ηγεσίας Δικαιοσύνης και επιτάχυνση απονομής της, σχέση κράτους με πολίτη και ελληνικού κράτους εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης-, η ίδια αυτή πλειοψηφία σκοπεύει, και μάλιστα άμεσα, να προχωρήσει με την αναθεώρηση. Η συνέχιση αυτή δείχνει επίγνωση της σημασίας της αναθεωρητικής διαδικασίας εν γένει, αλλά και της δυναμικής του παρόντος διαβήματος, παρά τις ατέλειες και τις παραλείψεις του.

Οι προς συζήτηση στη νέα Βουλή διατάξεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνες, τις λίγες αλλά κρίσιμες και "εύκολες" ως προς την αναθεώρησή τους -εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ευθύνη Υπουργών, βουλευτική ασυλία, ορισμός ηγεσιών ανεξάρτητων Αρχών, ενίσχυση κοινοβουλευτικών μειοψηφιών- που συγκέντρωσαν πάνω από 180 ψήφους στην πρώτη Βουλή και άρα τους αρκούν 151 στην παρούσα. Και σε όσες, περισσότερες και αποσπασματικές, προτάθηκαν με λιγότερες από 180 ψήφους και πρέπει να συγκεντρώσουν αυτόν τον αριθμό στην παρούσα Βουλή.

Με λελυμένο το ζήτημα εάν η πρώτη Βουλή δεσμεύει με την πρότασή της τη δεύτερη ως προς το περιεχόμενο κάθε διάταξης -δεν δεσμεύει- δυο είναι οι βασικές παρατηρήσεις που μπορούν να γίνουν σε αυτή την πρώιμη φάση. Πρώτον, ενδεχόμενη θέσπιση δυνατότητας να μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται με πλειοψηφία 151 μόνο ψήφων θα συνιστούσε, κατά τη γνώμη μου, θεσμικό και πολιτικό λάθος. Η αποφυγή διάλυσης της Βουλής, που είναι ο στόχος της αναθεώρησης, δεν υπηρετείται ορθά με την εκλογή μειωμένης νομιμοποιητικής ισχύος, ή ακόμα και αμιγώς κομματικού, Προέδρου. Οι πράγματι σχετικά περιορισμένες αρμοδιότητες που, ορθώς κατά τη γνώμη μου, του επιφυλάσσει το Σύνταγμα μετά την αναθεώρηση του 1986 δεν συνδέονται με το κύρος του θεσμού και με την ανάγκη ο Πρόεδρος-εγγυητής να βασίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε ευρύτερη του ενός μόνο κόμματος στήριξη. Οι λύσεις ενός ειδικού και διευρυμένου εκλογικού κολεγίου, των αλλεπάλληλων αλλά όχι ατέρμονων ψηφοφοριών και της μείωσης των απαιτούμενων ψήφων σε 160-165 (που είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να συγκεντρώσει ένα μόνο κόμμα, αλλά είναι εφικτό να συγκεντρωθούν εάν στην εκάστοτε πλειοψηφία προστεθούν μεμονωμένοι βουλευτές) θα πρέπει να εξεταστούν -όχι όμως της πλειοψηφίας 151 βουλευτών.

Ως προς τις διατάξεις που χρειάζονται 180 ψήφους, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν και να αντιμετωπισθούν ως εξαρχής καταδικασμένες. Η εγγενώς συναινετική φύση της αναθεωρητικής διαδικασίας και το γεγονός ότι, στην παρούσα Βουλή, Νέα Δημοκρατία και ΚΙΝΑΛ συγκεντρώνουν 180 έδρες, θα όφειλε να οδηγήσει σε σοβαρή στρατηγική συζήτηση και προσπάθεια. Διατάξεις όπως οι περί εκλογικού νόμου (αλλά όχι για άμεση αλλαγή με λιγότερες από 180 ψήφους), ορισμένα δικαιώματα (ιδίως ίση αμοιβή για ίση εργασία), λαϊκά δημοψηφίσματα υπό όρους, ακόμα και μια ορθολογικότερη διαρρύθμιση των σχέσεων κράτους - εκκλησίας (παρότι γνωρίζω ότι για τη σημερινή πλειοψηφία το θέμα είναι ταμπού), θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χρήσιμες θεσμικά λύσεις, για τις οποίες καλό θα ήταν να δοκιμαστούν και οι προθέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Σε κάθε περίπτωση, η αναθεώρηση απαιτεί σοβαρότητα και συναίσθηση ευθύνης, αποφυγή βιασύνης και παραμερισμό επιλογών χωρίς ιστορικό βάθος και με μόνη βάση τη συγκυρία.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s