Η τελευταία περιδίνηση

ΤΑ ΝΕΑ 1/7/19

Η τελευταία εβδομάδα πριν από τις εθνικές εκλογές θα φέρει όχι μόνο την προεκλογική κορύφωση αλλά και βαριά, όσο και αχρείαστη, αναταραχή στο χώρο της Δικαιοσύνης. Τη δημιούργησε, πεισματικά και αδόκιμα, η παρούσα κυβέρνηση, θα την λύσει, ελπίζουμε ψύχραιμα και πειστικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η επόμενη κυβέρνηση. Αλλά, στο μεταξύ, θα έχει πληγεί και το κύρος των θεσμών και η καριέρα ανώτατων δικαστικών λειτουργών και η εμπιστοσύνη του κοινωνικού σώματος στη Δικαιοσύνη. Πιο δηλητηριασμένο αναμνηστικό δεν θα μπορούσε να μας αφήσει η απερχόμενη κυβέρνηση.

Στις 30 Ιουνίου έληξε η περίοδος κατά την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε καν δίλημμα για το αν θα υπέγραφε το νομοθετικό διάταγμα για το διορισμό των επιλεγέντων από το υπουργικό συμβούλιο προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αλλά και 2 αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, των οποίων η τύχη δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί). Ασχέτως του αν η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων, σε περίοδο που είχε αναγγελθεί η παραίτηση της κυβέρνησης και η διενέργεια εθνικών εκλογών, ήταν παράνομη -κάτι το οποίο υποστήριξε η πλειοψηφία των Ελλήνων συνταγματολόγων και ερμηνευτικά στηρίζει η λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, στο οποίο δε νοείται κυβέρνηση που έχει οικειοθελώς απολέσει τη λαϊκή νομιμοποίηση να δεσμεύει με απόφασή της τη διάδοχο της για σημαντικό θεσμικό ζήτημα-, ήταν πάντως σίγουρα άκαιρη, αφού η θητεία των απερχομένων δικαστών έληγε χτες.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε καταστήσει σαφές, βασιζόμενος και σε αντίστοιχη δική του ενέργεια σε παρόμοια περίπτωση, ότι δεν θα υπέγραφε πριν από τις 30 Ιουνίου. Το τι θα κάνει από την 1η έως τις 6 Ιουλίου είναι νέο ζήτημα, αλλά και πάλι τα θεσμικά και τα πολιτικά δεδομένα βαραίνουν -χωρίς μάλιστα να είναι εύκολο να πει κανείς ποια θα βαρύνουν περισσότερο- υπέρ της μη προσυπογραφής: μη δέσμια ως προς το χρόνο αρμοδιότητα, ελάχιστος χρόνος από σήμερα ως τις εκλογές, υπερβολική βιασύνη και επιμονή απερχόμενης κυβέρνησης, αυξημένη πιθανότητα κυβερνητικής αλλαγής. Ο τρόπος που θα εκδηλωθεί νομικά ενδεχόμενη αρνητική απόφαση του Προέδρου είναι είτε δια αναπομπής του διατάγματος, είτε δια της πολύ πιο αναίμακτης σιωπηρής απόρριψης. Ό,τι πάντως και να αποφασίσει ο Πρόεδρος δεν μπορεί να προσβληθεί δικαστικά ("κυβερνητική πράξη").

Οι δυσκολίες δεν σταματούν όμως με την επίλυση αυτού του διλήμματος, για το οποίο θα παλέψει με τη συνείδησή του και θα επιστρατεύσει τις συνταγματικές γνώσεις του ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας. Αν απορρίψει το διάταγμα διά της σιωπής, το διάταγμα δεν "τελειούται" και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Μπορούν όμως οι παραλειφθέντες αλλά προταθέντες να προσφύγουν κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας; Ο Πρόεδρος είδαμε ότι είναι στο δικαστικό απυρόβλητο, οι αποφάσεις του υπουργικού συμβουλίου όχι με τόση σαφήνεια. Ακόμα δυσκολότερος νομικός γρίφος: τι γίνεται με την προδικασία που οδήγησε στην επιλογή του υπουργικού συμβουλίου; ("νόμος Καστανίδη", που προβλέπει ακρόαση ενώπιον της Βουλής και προεπιλογή-πρόταση στην κυβέρνηση). Μπορεί άραγε να θεωρηθεί ότι ενδεχόμενη σιωπηρή απόρριψη της πράξης του υπουργικού συμβουλίου συμπαρασύρει και την προδικασία και άρα η κρίση επί της νέας κυβέρνησης θα συμπεριλάβει νέα ακρόαση και νέα πρόταση της νέας Βουλής; Ή, όπως νομίζω ότι είναι νομικά ορθότερο, η προδικασία, η οποία διεξήχθη καθ' όλα νόμιμα και δεν αμφισβητήθηκε, δεσμεύει την επόμενη κυβέρνηση και αυτή θα έχει να αποφασίσει εξυπαρχής μεν αλλά μεταξύ των ήδη προταθέντων; Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή αυτής της οδού θα έδειχνε και μια προσπάθεια από τη νέα κυβέρνηση να κατευνάσει και ομαλοποιήσει την κατάσταση που της άφησε, όχι ασυνείδητα, η προκάτοχός της. Θα ήταν ένα σήμα ότι σκοπεύει, στο βαθμό που περνά από το χέρι της, η παρούσα περιδίνηση να είναι η τελευταία τέτοιου τύπου για την ελληνική Δικαιοσύνη.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s