Υπέρ διαφάνειας

TA NEA 27/6/2019 

Βασικό στήριγμα της Δημοκρατίας, αμέσως μετά τη λαϊκή κυριαρχία, είναι η διαφάνεια. Την αντιλαμβάνομαι ως εκτεινόμενη σε τρία βασικά πεδία. Πρώτον, στη γνώση εκ μέρους των πολιτών και τήρηση εκ μέρους της πολιτικής τάξης, και ιδίως των κυβερνώντων, των κανόνων του παιχνιδιού, όπως διαγράφονται πρωτευόντως από το Σύνταγμα και εξειδικεύονται από τον κοινό νομοθέτη –διαφάνεια είναι η θεσμική καθαρότητα. Δεύτερον, στην μείωση έως εξαφάνιση της καταφυγής σε έκτακτες ή ειδικές διαδικασίες και μεθοδεύσεις –διαφάνεια είναι η πολιτική κανονικότητα. Τρίτον, στη λήψη αποφάσεων με γενικά κριτήρια, υπό τις προβλεπόμενες διαδικασίες και με παραλήπτη σύνολα και κατηγορίες πολιτών και όχι ειδικές ομάδες – διαφάνεια είναι η υπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.

Υπό αυτή την οπτική, στη Δημοκρατία πρέπει να αποφεύγονται όχι μόνο οι ανοιχτές παρανομίες –αυτό είναι αυτονόητο- αλλά και η διαστροφή των θεσμών υπέρ ειδικών συμφερόντων, κομματικών ή κοινωνικών. Πρέπει να ενημερώνονται οι πολίτες για τις κρίσιμες ενέργειες και αποφάσεις που εκπηγάζουν και από τις τρεις συνταγματικές λειτουργίες: μέτρα που προτείνει και πόρους που χρησιμοποιεί η εκτελεστική εξουσία (από αυτή την άποψη η καθιέρωση του συστήματος «Διαύγεια» συνιστά σημαντική συμβολή στη διαφάνεια), τρόπο που ψηφίζει η Βουλή και ο κάθε βουλευτής, αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων. Πρέπει επίσης όχι μόνο να λειτουργούν οι κανόνες για όλους και υπέρ όλων αλλά και να φαίνονται ότι λειτουργούν έτσι. Κοινή πεποίθηση όσων παρακολουθούν τον πολιτικό και θεσμικό βίο της χώρας μας είναι ότι η απερχόμενη κυβέρνηση δεν διακρίθηκε σε κανέναν από τους τομείς της διαφάνειας.
Ειδική έκφανση αδιαφάνειας, υπό τη μορφή προνομιακής αντιμετώπισης της πολιτικής τάξης, λειτουργίας σεβάρος του γενικού συμφέροντος και κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινωνικού σώματος, αποτελεί ο θεσμός της παραγραφής που περιέχεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος για πιθανά ποινικά αδικήματα όσων διατέλεσαν ή διατελούν μέλη της κυβέρνησης. Είναι αλήθεια ότι η διάταξη που θεσπίζει δυνατότητα άσκησης της δίωξης «μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος», δημιουργώντας έτσι μια ειδική και σύντομη παραγραφή, δεν είναι δημιούργημα της απερχόμενης κυβέρνησης αλλά ευρύτατης και διακομματικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που διαμορφώθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η απερχόμενη κυβέρνηση βαρύνεται με μείζονος σημασίας υποθέσεις, που πρέπει πάση θυσία να διαλευκανθούν: το πώς μπήκαμε στο Τρίτο Μνημόνιο και η «υπόθεση Novartis» είναι οι πιο προβεβλημένες αλλά δεν είναι ασφαλώς οι μόνες.

Αποτελεί, συνεπώς, δημοκρατική υποχρέωση αυτές και άλλες παρόμοιες υποθέσεις να μην παραγραφούν και να μπορέσει η Βουλή να ασκήσει την αρμοδιότητα της. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, που ο ένας μάλιστα δεν αποκλείει τον άλλον. «Κανονική» λειτουργία της επόμενης κυβέρνησης και της επόμενης Βουλής. Και ολοκλήρωση της συνταγματικής μεταρρύθμισης της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος περί «κανονικοποίησης» της παραγραφής των υπουργών αδικημάτων, την οποία ψήφισε με παραπάνω από 180 ψήφους η απελθούσα Βουλή. Παρότι θα αρκούσαν 151 ψήφοι στην επόμενη Βουλή, θεωρώ απαραίτητη, για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα διαφάνειας, τη στήριξη από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να δοθεί καλό δείγμα γραφής για τη νέα σελίδα του τόπου.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s