Απ-αξίωση δημοκρατίας

Φιλελεύθερος  5-4-2019

Η χτεσινή παραίτηση του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, κυρίως, οι λόγοι για τους οποίους υποβλήθηκε, συνιστούν μείζον θεσμικό γεγονός και μείζον πρόβλημα δημοκρατίας. Οι καταγγελίες που συνοδεύουν τη γενναία αυτή πράξη υπεράσπισης της αξιοπρέπειας -όλων μας- δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται, ούτε αφορούν μόνο στο συγκεκριμένο όργανο. Προερχόμενες όμως από τόσο έγκυρα χείλη, και διατυπωμένες με τέτοια θεσμική καθαρότητα, αποκτούν τη σημασία ανακεφαλαίωσης της πολιτικής της κυβέρνησης στο πεδίο των δικαιωμάτων και ελευθεριών και της αντίληψής της για τις ανεξάρτητες Αρχές και το Κράτος Δικαίου.

Γνωρίζω καλά και την ΕΕΔΑ και τον παραιτηθέντα Πρόεδρό της. Συμμετείχα επί τρία χρόνια στην πρώτη και έχω την τιμή να συνομιλώ, φιλικά και επιστημονικά, με τον δεύτερο από τότε που ήταν συνάδελφος του πατέρα μου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο τέλειωσε την λαμπρή σταδιοδρομία του ως Αντιπρόεδρος. Η Επιτροπή, πνευματικό τέκνο της αείμνηστης Αλίκης Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, μπορεί να έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, αλλά επιτέλεσε επί 20 χρόνια σημαντικό έργο στον τομέα των δικαιωμάτων, όχι μόνο με έρευνες και προτάσεις αλλά και με πρακτική συνεισφορά στην προστασία θεσμών, ομάδων και προσώπων που το είχαν ανάγκη – η κυβέρνηση θα μπορούσε, αν ήθελε, να έχει την περί αυτού μαρτυρία του προηγούμενου Προέδρου της, που κάθε άλλο παρά άγνωστος τής είναι ή εχθρικός. Ο Γιώργος Σταυρόπουλος συνέχισε και εμβάθυνε αυτό το έργο, σε δύσκολους για τη χώρα αλλά και για τα δικαιώματα καιρούς και υπό ολοένα και πιο αντίξοες συνθήκες λειτουργίας, λόγω της κυβερνητικής αδιαφορίας, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε ευθεία παρέμβαση και ξεχείλισε το ποτήρι.

Δεν είναι μυστικό ότι η σημερινή κυβέρνηση και ο σημερινός Πρωθυπουργός, ο άνθρωπος, ας μην το ξεχνάμε, του «θα είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος», αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες ως χρήσιμα και άξια υπεράσπισης αγαθά μόνον όταν προωθούν την πολιτική και κομματική ατζέντα τους. Από την αμφισβήτηση και, ενίοτε, το στραγγαλισμό των Ανεξάρτητων Αρχών έως τις επιλεκτικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, την πάταξη της ελεύθερης έκφρασης και τη συγκρότηση προπαγανδιστικών μηχανισμών, την επιλεκτική και προσχηματική κάλυψη υπαρκτών σκανδάλων και «αποκάλυψη» ανύπαρκτων, αλλά και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο σοβαρά και λιγότερο σοβαρά κυβερνητικά στελέχη εκφράζονται για τη νομιμότητα –«τυπικά υποχρεωτική αλλά όχι αναγκαστικά σεβαστή», «άλλα ζητάει ο κόσμος μας»-, η στάση αυτή είναι ευκρινής και συστηματική. Τώρα τυγχάνει και της πιο επίσημης θεσμικής καταγγελίας.
Αυτά που αναφέρονται στην επιστολή παραίτησης δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Πρώτον, δεν έγινε σεβαστή η ανεξαρτησία της Επιτροπής, προσωπική -μη ανάμιξη στο έργο της- και λειτουργική -παροχή μέσων για την επιτέλεση του σκοπού της. Δεύτερον, επιχειρήθηκε η κατ’ ουσίαν εξουδετέρωσή της, μέσω της αλλαγής σύνθεσης χωρίς προηγούμενη συζήτηση και, κυρίως, χωρίς δικαιολογητική βάση, αφού η μεν κοινότητα των Ρομά εκπροσωπούνταν ήδη, η δε ανάδειξη 5 νέων μελών από την κοινότητα των ΛΑΟΤΚΙ ξεπερνά κάθε μέτρο αναλογικότητας. Τρίτον, δεν δόθηκε ποτέ από κυβερνητικά στελέχη η πρέπουσα σημασία και προσοχή στο έργο της Επιτροπής. Τέταρτον, και σημαντικότερον, επιδείχθηκαν τα τρία χαρακτηριστικά της γενικής στάσης της παρούσας κυβέρνησης έναντι των θεσμών: «υπεροψία, αυταρχισμός, διδακτισμός». Δηλαδή απαξίωση του Κράτους Δικαίου.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s