Υπο-Σύνταγμα

ΤΑ ΝΕΑ, 14/02/2019

Όταν μια κυβέρνηση ξεκινά με την υπόσχεση ότι θα είναι «κάθε λέξη του Συντάγματος» και καταλήγει να υπονομεύσει και να εξευτελίσει την πρόταση συνταγματικής αλλαγής την οποία η ίδια υπέβαλε, τότε το μόνο συμπέρασμα είναι ότι εξόκειλε από το στόχο της. Αλλά πράττοντας έτσι ρίχνει στα βράχια ολόκληρο το δημοκρατικό οικοδόμημα.

Η τελευταία εκδήλωση –το «δεν θα ψηφίσουμε τον εαυτό μας» του εισηγητή της πλειοψηφίας- ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της περιφρόνησης του ανώτατου και συμβολικότατου νόμου της ελληνικής Πολιτείας. Περιέχει, με τον πιο εύγλωττο τρόπο, όλα τα χαρακτηριστικά μιας πάγιας κυβερνητικής στάσης που ως τώρα κρυβόταν λίγο καλύτερα.

Την εργαλειοποίηση: την κυβέρνηση δεν ενδιαφέρουν το Σύνταγμα και οι θεσμοί ως εγγυήσεις ομαλότητας και συλλογικής προσπάθειας αλλά ως εργαλεία προσπορισμού κομματικού και συγκυριακού οφέλους.
Την ιδεολογικοποίηση: το Σύνταγμα εμφανίζεται όχι μόνο ότι αντανακλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και ότι αποτελεί, με τα λόγια του εισηγητή της πλειοψηφίας, το προνομιακό πεδίο διεξαγωγής της «ταξικής πάλης», δηλαδή –τώρα μιλώ εγώ- αναβίωσης του διχασμού.

Την κυριαρχία της διαδικασίας επί της ουσίας και του τακτικισμού επί των πολιτικών επιλογών: αντί να συζητάμε για τι και πώς χρειάζεται να αλλάξει στο Σύνταγμα ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του πολιτεύματος, ψάχνουμε τρόπους για να μπλέξουμε τον αντίπαλο και να φανούμε πιο «έξυπνοι» (βλέπε: επιτήδειοι).

Τον κυνισμό: αν κάτι δεν μας βολεύει, λέμε το αντίθετο από αυτό που λέγαμε ως τώρα κι αν κάποιοι άλλοι συμφωνήσουν ή χρησιμοποιήσουν τις απόψεις μας, τότε αλλάζουμε απόψεις και συγχρόνως καταγγέλλουμε τους άλλους («εμείς δεν θα παίξουμε παιχνίδια με τους θεσμούς»).

Τις ερμηνευτικές ακροβασίες: στην περίπτωση της όψιμης διχογνωμίας περί του αν η πρώτη Βουλή «δεσμεύει» την μετά τις εκλογές Βουλή ως προς την «κατεύθυνση» των υπό αναθεώρηση διατάξεων, οι ακροβασίες πήραν τη μορφή μιας τριπλής συνειδητής παρ-ανάγνωσης: πρώτον, του ίδιου του Συντάγματος, αφού πουθενά το άρθρο 110 δεν κάνει λόγο για «κατευθύνσεις» ή για «δέσμευση» της πρώτης Βουλής, που προτείνει διατάξεις, επί της δεύτερης, που αποφασίζει για το περιεχόμενό τους΄ δεύτερον, μιας δικαστικής απόφασης (11/2003 του ΑΕΔ), η οποία, σε μια παρεμπίπτουσα σκέψη της, λέει κάτι άλλο από αυτό που οι οπαδοί της «δεσμευτικότητας» βάζουν στο στόμα της΄ και, τρίτον, των πολιτικών, συνταγματολόγων ή προσώπων που συνδυάζουν και τις δύο ιδιότητες, στους οποίους αποδίδονται «επιχειρήματα» που δεν ειπώθηκαν ως δήθεν υποστηρικτικά μιας θέσης που ποτέ δεν είχαν. Και που ποτέ δεν είχε απασχολήσει την επιστήμη και την αναθεωρητική πρακτική ως τώρα που τη «χρειάστηκε» μια κυβέρνηση που ξέρει ότι θα χάσει και κάνει τα πάντα για να δέσει τα χέρια της διαδόχου της.

Τη διαστρέβλωση των εννοιών: σε μια διαδικασία όπως η αναθεώρηση, που είναι συναινετική από τη φύση της αλλά και από τη συνταγματική κατάστρωσή της (απαιτεί δύο Βουλές και υπερψήφιση από τουλάχιστον 180 βουλευτές σε μία από τις φάσεις της), αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες φτάνουν στο σημείο να υπονομεύσουν όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα (την αναζήτηση συναίνεσης), αλλά και την ίδια τη δική τους πρωτοβουλία (τη βάση αναζήτησης της συναίνεσης).
Από το «Παρα-Σύνταγμα», για το οποίο μιλούσε, ως απότοκο των Μνημονίων και της επιβολής των κακών ξένων, ο σημερινός εισηγητής της πλειοψηφίας, φτάσαμε στο «Υπο-Σύνταγμα», ένα κείμενο που υπονομεύουν οι εμπνευστές του και είναι κατώτερο των δυνατοτήτων και των αναγκών της χώρας. Όλοι μαζί την πληρώνουμε, αλλά φταίχτης είναι μια συγκεκριμένη ομάδα, με συγκεκριμένες επιλογές, στις οποίες δεν ανήκει η ενδυνάμωση της δημοκρατίας μας.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s