Κατάπτωση ή αλλοίωση;

Φιλελεύθερος 8/02/2019

Από πολιτική άποψη, η ετυμηγορία για αυτά που συνέβησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν στο ελληνικό Κοινοβούλιο τις τελευταίες εβδομάδες είναι απλή: πρόκειται για πρωτοφανή κατάπτωση. Από θεσμική άποψη, το ερώτημα είναι λίγο διαφορετικό: μήπως το βάθος και το είδος της κατάπτωσης είναι τέτοιο που δικαιολογεί την αναφορά σε αλλοίωση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος;

Αν ως κριτήριο τεθούν οι επιμέρους πράξεις, η απάντηση είναι αμφιλεγόμενη. Η παρά φύσιν σύνδεση της ψήφου εμπιστοσύνης με την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών –αυτό που έχω ονομάσει «κοινοβουλευτικό μεκανό»- δεν ταιριάζει ούτε με τη λειτουργία της δεδηλωμένης, ούτε με τους κανόνες κοινοβουλευτικής διαφάνειας, συνιστά όμως περισσότερο πολιτικό τέχνασμα παρά θεσμική παρέκβαση. Η τροπή μιας ψηφοφορίας που έχει αρχίσει σε ονομαστική -η «θεωρία της γκαζόζας»-, καθώς και η προαναγγελία, αμέσως μετά, ότι όλες οι ψηφοφορίες θα είναι ονομαστικές –η «μέρα της μαρμότας»-, απαγορεύονται μεν από τον Κανονισμό της Βουλής, αλλά αφορούν σε διαδικαστικά θέματα και όχι στον πυρήνα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Η αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής στο τέλος της κοινοβουλευτικής θητείας, μόνο και μόνο για να «βγουν τα κουκιά» μιας κυβερνητικής «πλειοψηφίας χωρίς πλειοψηφία», θα άγγιζε την εκτροπή, αν δεν την απέτρεπε την τελευταία στιγμή μια άλλη καθαρότερη και σοβαρότερη εκτροπή: η ανοιχτή και κατά παράβαση της διάκρισης των λειτουργιών «ενθάρρυνση» του Πρωθυπουργού στον Πρόεδρο της Βουλής να σεβαστεί και να μην αλλάξει τον Κανονισμό -στα χνάρια ίσως του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σεβάστηκε τόσα χρόνια το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος. Η δε δήλωση των 6 «ανεξάρτητων» βουλευτών ότι θα στηρίζουν εφεξής σε κάθε ψηφοφορία την κυβέρνηση, χωρίς να ανήκουν στην κυβερνητική πλειοψηφία, είναι ακόμα πιο προβληματική, καθώς παραβιάζει την αρχή της  ελεύθερης, κατά συνείδηση και κατά περίπτωση, ψήφου των βουλευτών και δημιουργεί μια Βουλή 294 + 6 βουλευτών –με τους 6 να ανήκουν και στην κυβερνητική πλειοψηφία και σε κοινοβουλευτικές ομάδες της αντιπολίτευσης, και μαζί και μόνοι, και παντού και πουθενά.

Αν πάντως υιοθετήσουμε ένα πιο γενικό και ποιοτικό κριτήριο, αν ανοίξουμε την εικόνα από το στενά κοινοβουλευτικό στο συνταγματικό πεδίο, τότε τα πράγματα είναι πιο καθαρά και η μετάπτωση από την παρακμή και τη γραφικότητα στην αλλοίωση του κοινοβουλευτισμού φαίνεται πια όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά σχεδόν επιβεβλημένη. Όπως μας δίδαξαν οι δάσκαλοι όλων μας Μάνεσης και Τσάτσος, οι κανόνες του Συντάγματος έχουν τεθεί «προς περιστολήν της εκ μέρους των κυβερνώντων ασκήσεως της κρατικής εξουσίας, ήτοι προς εξασφάλισιν της συμμορφώσεως τούτων προς τας διατάξεις του Συντάγματος» (Αρ. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος), το δε «λεγόμενο Συνταγματικό Κράτος είτε ταυτίζεται με το Κράτος Δικαίου είτε δεν υπάρχει» (Δημ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο). Μια κυβέρνηση, συνεπώς, που, συνειδητά και επανειλημμένα, παραβιάζει ή κάμπτει κανόνες και θεσμούς, δημιουργεί ή διαλύει διατάξεις δικαίου και ομάδες βουλευτών, με στόχο να ξεφύγει από θεσπισμένες διαδικασίες και εν γένει από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, να κρατηθεί στην εξουσία και όχι να σεβαστεί τα όρια της, να παρουσιάσει μια εικόνα που όχι μόνο δεν αντανακλά τη λαϊκή βούληση αλλά και δε λογοδοτεί σε αυτήν –μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι απλώς τυχοδιωκτική: είναι εξωθεσμική.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s