Περί δυσαρμονίας

Insider, 10-4-18, Πολίτευμα

Το Σύνταγμα, το οποίο τόσο όψιμα και παραπλανητικά θυμηθήκαμε πάλι, δεν ορίζει, και δεν μπορεί να ορίζει, τα πάντα. Θέτει όμως τους κανόνες λειτουργίας του πολιτεύματος, βασικός ανάμεσα στους οποίους, σε κοινοβουλευτικά πολιτεύματα σαν το δικό μας, είναι ότι η εκάστοτε κυβέρνηση οφείλει να απολαύει μιας διπλής νομιμοποιητικής «εντολής»: από το λαό, μέσω του αποτελέσματος εκλογών, και από τη Βουλή, μέσω της ψήφου εμπιστοσύνης και της μη άρσης της.

Και στα δύο αυτά στάδια, το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα επιφυλάσσει ρόλο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: για τον διορισμό κυβέρνησης ως απόρροια του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά με τυποποιημένο και χωρίς περιθώρια προσωπικών επιλογών τρόπο (άρθρο 37), μέσω της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής και άρα έμμεσης «απόσυρσης» της εμπιστοσύνης από την κυβέρνηση, αλλά κατόπιν πρότασης της ίδιας της κυβέρνησης (άρθρο 41). Παρά τα όσα λέγονται και, καμιά φορά, εσφαλμένα προτείνονται (πχ παραίτηση του Προέδρου για τη διενέργεια εκλογών), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι, και ορθά δεν είναι σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα (και ακόμα ορθότερα αυτό ξεκαθάρισε στην αναθεώρηση του 1986), πρόσωπο-κλειδί για την τύχη της εκλεγμένης κυβέρνησης. Τα κλειδιά είναι δύο και παρότι δεν μπαίνουν στην κλειδαριά διαρκώς, οφείλουν να ταιριάζουν στην κλειδαριά διαρκώς: ο λαός και η Βουλή.

Η έννοια της «αρμονίας», ή αντίθετα της «δυσαρμονίας», της κυβέρνησης με τα δύο όργανα που της προσπορίζουν νομιμοποίηση είναι συνεπώς κρίσιμη –κι ας μην έχει συνταγματική περιωπή: περιεχόταν στο άρθρο 41 του Συντάγματος πριν την αναθεώρηση του 1986 και απαλείφθηκε μαζί με τη συρρίκνωση των περιθωρίων δράσης του Προέδρου. Ενδεχόμενη «δυσαρμονία» δεν προκύπτει από μετρήσεις γνώμης ή διάθεσης, όσο επιστημονικά έγκυρες και να είναι: το ότι δημοσκοπήσεις μπορεί να εμφανίζουν την εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση να υπολείπεται άλλου κόμματος ή κομμάτων στην πρόθεση ψήφου σε οποιοδήποτε σημείο της θητείας της, δεν σημαίνει ότι αυτή η κυβέρνηση έχει χάσει, από συνταγματική άποψη, το «λαϊκό» της έρεισμα –αλλιώς το πολίτευμα δεν θα ήταν δημοκρατία αλλά λαοκρατία. Ενδιάμεσες εκλογές –πχ τοπικές ή ευρωεκλογές- έχουν μεγαλύτερη σημασία, αφού αποτυπώνουν επίσημη απόφανση του εκλογικού σώματος, κι αυτές όμως δεν οδηγούν αυτόματα σε απόσυρση της λαϊκής εμπιστοσύνης, όσο κι αν σημαίνουν, τις περισσότερες φορές, την αρχή του τέλους της. Μια γενικευμένη κοινωνική κατακραυγή, ιδίως με αιχμή ένα συγκεκριμένο ζήτημα εθνικής σημασίας, δεν συνιστά επίσης αφ’ εαυτής «άρση εμπιστοσύνης», θα ήταν όμως δείγμα προϊούσας «δυσαρμονίας» που δεν είναι δυνατόν να μη ληφθεί υπόψη –και πρώτα από την ίδια την κυβέρνηση.

Σημαντικότερη και από τυπική και από ουσιαστική άποψη είναι η αρμονία της κυβέρνησης με τη Βουλή και η συνεχής εμπιστοσύνη της δεύτερης προς την πρώτη. Δεν χρησιμοποίησα συμπτωματικά τη λέξη «συνεχής»: το Σύνταγμα ορίζει μεν δύο σημεία τυπικής αποτύπωσης αυτής της εμπιστοσύνης –κατά την ανάληψη καθηκόντων της κυβέρνησης (άρθρο 84 παρ. 1) και με την απόκρουση ενδεχόμενης πρότασης δυσπιστίας (άρθρο 84 παρ. 2-7)-, υπονοείται όμως, από τον ίδιο τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, ότι η «αρμονία» δοκιμάζεται και πρέπει να επιβεβαιώνεται διαρκώς, ιδίως στο εσωτερικό τη κυβέρνησης: δε νοείται κυβέρνηση σε αρμονία με τη Βουλή, όταν δεν βρίσκεται, σε σημαντικά ζητήματα ή και εφ’ όλης της ύλης, σε αρμονία με τον εαυτό της. Και αυτό είναι επίσης κάτι που πρώτη η ίδια οφείλει να το διαγνώσει και να οδηγηθεί στις ενδεδειγμένες συνταγματικές κινήσεις.

Μεταφερόμενες στο πρακτικό επίπεδο της παρούσας συγκυρίας οι παραπάνω προσεγγίσεις σημαίνουν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, εφόσον σπαράσσεται γύρω από έναν ολόκληρο και ιδιαίτερα κρίσιμο τομέα πολιτικής, τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» (σχέσεις με την Τουρκία, Σκοπιανό και γενικά «ύφος και ήθος» εξωτερικής πολιτικής της χώρας), και εφόσον κεντρικής σημασίας Υπουργοί (Εξωτερικών,  Εθνικής Άμυνας) διαφωνούν ανοιχτά τόσο μεταξύ τους, όσο, σε διαφορετικά κάθε φορά ζητήματα, και με τη γενική γραμμή της κυβέρνησης, όπως εκφράζεται από τον Πρωθυπουργό, οφείλει να διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε εσωτερική δυσαρμονία και να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών. Το να αναμείνει την κατάθεση ενδεχόμενης πρότασης δυσπιστίας από την αντιπολίτευση προκειμένου να αποτυπωθεί ή να αποκρουστεί η δυσαρμονία, θα αποτελούσε πολιτική και θεσμική αναδίπλωση και όχι λύση υπαρκτού προβλήματος, εφόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, η διαπιστωμένη κυβερνητική δυσαρμονία απλώς θα κουκουλωνόταν κάτω από το υπέρτερο πολιτικό συμφέρον διατήρησης της εξουσίας.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη από το Σύνταγμα να πράξει αυτό που πιστεύω ότι οφείλει, ενόψει των περιστάσεων, να πράξει, ούτε ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, στας δυσμάς του βίου της, να δείξει το σεβασμό στους θεσμούς που δεν έδειξε σε όλη τη διάρκεια της θητείας της. Τα κρίσιμα πολιτικά συμπεράσματα είναι άλλα. Ότι η ετερογενής σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ από παρά φύσιν κατέληξε σε θεσμική ανωμαλία, δημιουργώντας αξεπέραστη δυσαρμονία στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Ότι με τη μη ανάληψη της οφειλόμενης πολιτικής ευθύνης γι’ αυτή τη δυσαρμονία, η κυβέρνηση πιστοποιεί, την ίδια στιγμή που ξαναφέρνει στην επιφάνεια πρόθεση συνταγματικών βελτιώσεων, την περιφρόνηση της για το βασικότερο, σε σχέση με την ίδια, συνταγματικό κανόνα. Ότι οι ταλαίπωρες αυτές διατάξεις, που ξαφνικά (ξανα)ανακαλύψουμε ότι πρέπει επειγόντως να αναθεωρηθούν, θα έκαναν μια χαρά τη δουλειά τους αν η εκάστοτε κυβέρνηση σεβόταν το πνεύμα και την ουσία τους. Και ότι, τέλος, η διάταξη του άρθρου 41 του Συντάγματος, που επιτρέπει την πρόωρη διάλυση της Βουλής, προσφέρει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μια χρήσιμη διέξοδο για την αποτύπωση, από μια υπεύθυνη κυβέρνηση, της εσωτερικής δυσαρμονίας στην οποία πιθανώς έχει περιπέσει –και γι’ αυτό η κατεύθυνση ενδεχόμενης αναθεώρησής της δεν είναι διόλου σίγουρο ότι θα έπρεπε να είναι προς την απάλειψη της, αλλά προς την άρση της υποκρισίας επίκλησης «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας».  

Αλλά είπαμε: όλα αυτά από μια υπεύθυνη κυβέρνηση.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s