Τα θεσμικά της οικονομίας : Γέφυρες

economico.gr, 21/11/20

Οι τάσεις ξεκαθαρίζουν αλλά οι αλλαγές- πολιτικής, νοοτροπίας, συνηθειών, παγιωμένων καταστάσεων- αργούν. Ο συνδυασμός της εκλογής Μπάιντεν, της εμφάνισης των πρώτων επιτυχημένων εμβολίων κατά της πανδημίας και της ροής του χρήματος από τα διάφορα «πακέτα σωτηρίας» φέρνουν το «μέλλον» -μια επιστροφή στη «κανονικότητα», που θα είναι μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από τη σημερινή- περί τα τέλη του 2021. Ως τότε πολλά τρέχουν και ακόμα περισσότερα εμπόδια προβάλλουν.
Με μια «από πάνω» ματιά, την οποία μπορούν να ρίχνουν εκ της θέσεως τους οι κεντρικοί τραπεζίτες, η λέξη-κλειδί είναι η «γέφυρα» (η έκφραση είναι της Κριστίν Λαγκάρντ). Στην παρούσα φάση η παγκόσμια οικονομία οφείλει να χτίσει τις δομές και τις υποδομές που θα την κάνουν να περάσει στην απέναντι πλευρά του ποταμιού μετά την πανδημία. Η αβεβαιότητα παραμένει, τόσο σε σχέση με τον ακριβή χρόνο της υγειονομικής και οικονομικής στροφής, όσο και για την πραγματική επίπτωση των νέων εργαλείων σκέψης και πολιτικής. Αυτά που θεωρούν δεδομένα οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι ότι το διάστημα της μετάβασης –του χτισίματος της γέφυρας- μπορεί τελικά να είναι μικρότερο από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν (Τζερόμ Πάουελ) –και γι’ αυτό η προσπάθεια, τώρα, οφείλει να είναι εντονότερη. Ίσως να μην χρειαστεί να αλλάξει τόσο η «παγκοσμιοποίηση», όσο με τις αλλαγές των δεκαετιών του 1980 και 1990 (Άντριου Μπέιλι) –παρότι δεν θα εφευρεθεί εξ υπαρχής, θα πρόκειται πάντως για μια «νέα παγκοσμιοποίηση». Σε κάθε περίπτωση, η μεν ανάκαμψη δεν θα έχει σχήμα V αλλά W –με ισχυρά σκαμπανεβάσματα-, οι δε αλλαγές που απαιτούνται είναι βαθιές –στη σχέση τεχνολογίας και οικονομίας, παραγωγής και εργασίας, πολιτικών αποφάσεων με βάση τις ανισότητες, παρακολούθησης ή προσπάθειας αναστροφής των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συζητήσεις που έχουν αρχίσει τρέχουν σε τρεις παράλληλες κοίτες. Πρώτον, περιορισμού της ζημιάς από την πανδημία και διατήρησης όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κομματιού της οικονομίας ζωντανού: παράταση στη μη εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων, απόδοση μεγαλύτερης ευχέρειας για εθνικές πρωτοβουλίες, εναρμόνιση των «πακέτων σωτηρίας». Δεύτερον, σταδιακής αλλαγής κανόνων ή διαμόρφωσης νέων: αλλαγή στον τρόπο οικονομικής διακυβέρνησης και επιτήρησης των οικονομικών πολιτικών, δημιουργία πανευρωπαϊκής bad bank (ο επικεφαλής του SSM Andrea Enria έκανε λόγο για «βαρύ αλλά πιθανό» σενάριο αύξησης των κόκκινων δανείων στο ύψος του 1,4 τρισεκατομμυρίου), αναπροσαρμογή των κριτήριων λειτουργίας της ΕΚΤ. Τρίτον, «ένωσης» -άλλη γέφυρα- του «πανευρωπαϊκού πακέτου» (Next Generation EU) με τα εθνικά «πακέτα» αλλά και τις εθνικές επιλογές για απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων έκτακτης ανάγκης.
Τα μεγάλα αγκάθια εδώ είναι η δυστοκία τελικής συμφωνίας για το Πανευρωπαϊκό Ταμείο λόγω του προβλήματος του Κράτους Δικαίου και των αρχικών βέτο εκ μέρους Ουγγαρίας, Πολωνίας, Σλοβενίας –προβλήματος, εξάλλου, στο οποίο παίζεται όλη η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου- και οι πάγιες δυσκολίες συγχρονισμού των εθνικών μέτρων και αποτελεσματικής προώθησης των κοινών στόχων –ιδίως της «πράσινης ανάπτυξης» και της παραγωγικής μεταμόρφωσης.
Στη χώρα μας όλα αυτά μεταφράζονται σε εξελίξεις που είδαμε να λαμβάνουν χώρα αυτή την εβδομάδα, χωρίς να είμαστε σίγουροι για την έκβασή τους: αναβάθμιση, παρά το δεύτερο πανδημικό κύμα, της πιστοληπτικής ικανότητας (από την εταιρία Moody’s), υποχώρηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, βελτίωση των δεικτών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, πρώτη εκταμίευση ύψους 2 δις ευρώ (σε σύνολο 2,7) από το Πρόγραμμα SURE για επιδότηση εργαζομένων και εργοδοτών με στόχο τη διατήρηση θέσεων απασχόλησης και ανακοίνωση, από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό με αξιοποίηση και της «Έκθεσης Πισσαρίδη», των αξόνων επί των οποίων θα κινηθούν οι ελληνικές προτάσεις για τους πόρους εκ του ταμείου Ανάκαμψης. Πόρους που μας κατατάσσουν στην τρίτη πανευρωπαϊκά θέση, αφού αντιστοιχούν στο 10,3% του εθνικού ΑΕΠ -και γι’ αυτό είναι διπλή η εθνική ευθύνη να χρησιμοποιηθούν με τον παραγωγικότερο δυνατό τρόπο.
Οι δυσκολίες είναι και εσωτερικές –το πολιτικό κλίμα που χάλασε, οι μεταρρυθμίσεις στη Διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην Αξιολόγηση, στις Επενδύσεις που αργούν- και εξωτερικές –ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εξελίξεις που παρατείνουν την αβεβαιότητα.
Στη δίνη της μετάβασης, υπάρχουν οικονομίες που κερδίζουν (Κίνα και γενικότερα «ασιατικοί τίγρεις»), άλλες που ψάχνονται (ΗΠΑ, μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις) κι άλλες που χάνουν (όσες έχουν μικρή ή μονόπλευρη παραγωγική βάση και όσες αντιμετωπίζουν, δίπλα στην παγκόσμια, και εθνικές οικονομικές κρίσεις, όπως η Τουρκία και η Αργεντινή). Υπάρχουν χώρες και περιοχές που προετοιμάζονται για την «πράσινη μετάβαση» (Καναδάς, Γερμανία, Κίνα, Βρετανία -παρά, ή σε αντιπερισπασμό, με τις περιπέτειες του Μπρέξιτ-, ίσως και οι ΗΠΑ επί Μπάιντεν) και χώρες που απλώς την έχουν υπόψη τους.
Η Ελλάδα, που είχε την ατυχία να την βρει η κρίση της πανδημίας μόλις έβγαινε από την κρίση χρέους και λιτότητας, έχει αρκετά ατού στα χέρια της: αρχίζει από χαμηλά άρα έχει μακρύ «ελατήριο», έχει λαμβάνειν μεγάλα ποσά από τα «πακέτα» στήριξης, κράτησε την καλή της εικόνα στον τουρισμό και την πρωτοπορία της στη ναυτιλία, έχει μια κυβέρνηση που πιστεύει στη μη ακινησία. Ώρα να αρχίσει λοιπόν να υλοποιεί τις δύσκολες κι ακόμα πιο απαραίτητες αλλαγές, ώστε η δική μας γέφυρα να είναι πράγματι προς το μέλλον, όποτε κι αν έρθει αυτό.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s