Ευαίσθητες Ισορροπίες

 NEA 7/07/2020

Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα των αποχρώσεων και συγχρόνως η τέχνη, και η τεχνική, των ισορροπιών. Μας το θυμίζουν δυο πολύ πρόσφατα, και πολύ σύνθετα, ζητήματα που απασχόλησαν τον ελληνικό δημόσιο βίο.

Το πρώτο έχει να κάνει με τη χρήση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων για τη διαλεύκανση πράξεων με μεγάλη απαξία. Το ζήτημα γεννήθηκε, όπως είναι γνωστό, με τη δημοσιοποίηση κρυφά μαγνητοφωνημένων συνομιλιών μεταξύ ενός επιχειρηματία και ενός πρώην υπουργού και την επιρροή που ασκούν όσα ακούγονται, και δεν διαψεύστηκε ότι ειπώθηκαν, στη μεγάλης δημόσιας σημασίας «υπόθεση Novartis» και στην πιθανή υπέρβαση εξουσίας από κύκλους της προηγούμενης κυβέρνησης.

Από νομική άποψη, ο κανόνας είναι ότι αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία (άρθρο 370 Α του Ποινικού Κώδικα και άρθρο 177 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), αλλά βρίσκεται σε ισχύ μια ειδική εξαίρεση που είναι πιθανό να εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (άρθρο 14 του ν. 4637/2019 για πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς και υπό τέσσερις προϋποθέσεις που κρίνονται όλες από τον αρμόδιο δικαστή της ποινικής δίωξης). Και μπορεί μεν και το Σύνταγμα στο άρθρο 19 παρ. 3 να ορίζει ότι απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου των επιστολών, του απαραβίαστου της κατοικίας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όμως η τελευταία περίπτωση δεν είναι απόλυτη (βασική εξαίρεση: η προστασία της δημόσιας τάξης) και, σε κάθε περίπτωση, ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα κρίνεται μόνο με απόφαση δικαστηρίου.

Αλλά και από ηθικο-πολιτική άποψη το ζήτημα είναι αμφιλεγόμενο: ναι μεν δεν μπορεί το Κράτος Δικαίου να στηρίζεται στην παρανομία, αλλά έχει και χρέος να καταπολεμά την παρανομία, κυρίως όταν συντελείται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Από την αναζήτηση αυτής της ισορροπίας έχουν ξεπηδήσει οι «θεσμοί» των προστατευομένων μαρτύρων, των «εσωτερικών καταγγελιών» (whistleblowers), της αποδοχής αποδεικτικών τεκμηρίων σε υποθέσεις διαφθοράς, που έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αποκαλύψεις τύπου Watergate και λειτουργούν αποτρεπτικά. Όσα είδαν το φως της δημοσιότητας στην πρόσφατη ελληνική περίπτωση φωτίζουν πέρα από κάθε αμφιβολία ένα κύκλωμα εξουσιαστικής παρανομίας και αυτό, ανεξαρτήτως του πώς αποκαλύφθηκε, έχει δημοκρατική και δικαιοκρατική σημασία.

Η δεύτερη περίπτωση έχει σχέση με το πολλάκις αναβληθέν και τώρα προ των πυλών νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις. Κι εδώ τίποτα δεν αποκλείει, η κοινωνική συνύπαρξη μάλιστα επιβάλλει, την ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος δημόσιας συνάθροισης (άρθρο 11 του Συντάγματος) και του σεβασμού των δικαιωμάτων μη διαδηλωτών, περιοίκων, κινούμενων στο δρόμο (άρθρο 25 του Συντάγματος). Είναι θετικό που το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ξεκινά με την πρόθεση να «διασφαλίσει» και όχι να περιορίσει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και ότι έχει ως βάση προτάσεις προηγούμενων έγκριτων επιτροπών. Βέβαια σε μια στοιχειωδώς αυτορυθμιζόμενη κοινωνία δεν θα χρειαζόταν ολόκληρος νόμος, για να προβλέψει, με αρκετά γραφειοκρατικό μάλιστα τρόπο, το αυτονόητο, ότι δηλαδή συναθροίσεις δεν επιτρέπεται να απειλούν τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και να διαταράσσουν την κοινωνικοοικονομική ζωή, πόσο μάλλον όταν το ίδιο το Σύνταγμα θέτει ρητά αυτά τα όρια (άρθρο 11 παρ. 2).

Στην Ελλάδα, πάντως, των υπερβολών και των «κεκτημένων», ίσως μια ρύθμιση χρειαζόταν, κυρίως για να δείξει ότι η δημοκρατία δεν αποδέχεται ταμπού που λειτουργούν ως μπούμερανγκ. Προσοχή, ωστόσο: παραβίαση του πυρήνα του δικαιώματος (για παράδειγμα: απαγόρευση ή διάλυση συνάθροισης χωρίς αποχρώντα λόγο ή υπό το πρόσχημα μη πλήρωσης διατυπώσεων, όπως ο υπολογισμός του αριθμού του συμμετεχόντων) δεν επιτρέπεται να λάβει χώρα στην πράξη. Ως προς αυτό φύλακες είναι οι δικαστές αλλά κριτής η κοινωνία.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s