Ο δρόμος μπροστά

Ημερησία 21/8/2018

Θα ήθελα να καταθέσω μερικές προσωπικές σκέψεις, που φαντάζομαι κι ελπίζω ότι τις μοιράζονται αρκετοί, για την επόμενη μέρα του Μνημονίου, κατά την οποία ξέρουμε ότι: α) θα κερδίσουμε έναν
βαθμό ελευθερίας κινήσεων αλλά θα συνεχίσουμε να είμαστε υπό στενή επιτήρηση, β) θα πρέπει να βγούμε στις Αγορές αλλά θα μπούμε αμέσως στο στόχαστρο τους, γ) θα επιχειρήσουμε να
«αναπτυχθούμε» με πολλά βαρίδια: υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που εξυπηρετούν τους δανειστές και όχι την πραγματική οικονομία, ανεπαρκές επενδυτικό κλίμα, αρχική και πιθανώς παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, δ) θα πορευτούμε με διαιρεμένο πολιτικό σύστημα, θεσμούς υπό διάλυση,μειωμένη αξιοπιστία, χαμένη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ανήσυχες Αγορές και επισφαλή παγκόσμια (Κίνα-ΗΠΑ), ευρωπαϊκή (Μπρέξιτ) και μεσογειακή (Ιταλία, Τουρκία) ισορροπία. Αλλά πρέπει, επιτέλους, να πορευτούμε.

Θα έθετα τέσσερεις βασικές προτεραιότητες, που στα μάτια μου ισχύουν όποια και να είναι η ομάδα εξουσίας που θα κληθεί να τις διαχειριστεί. Ωστόσο δεν μπορώ και δεν θέλω να κρύψω την αίσθησή
μου πως η παρούσα κυβέρνηση έχει εξαντλήσει την όποια δυναμική της και πως το νέο ξεκίνημα θα μπορέσει να κριθεί μόνο μετά από την προσεχή εκλογική αναμέτρηση. Πρώτον, μη χαλάρωση και μπόλιασμά της με δημιουργικά στοιχεία: όχι παροχές και πισωγυρίσματα, απομάκρυνση από το παρόν μοντέλο εξάρτησης και εστίαση στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας –η μεγάλη παγίδα της επερχόμενης εξόδου είναι ότι δημιουργεί ένα ψεύτικο αίσθημα ασφάλειας, ενώ στην πραγματικότητα αγοράσαμε απλώς λίγο χρόνο. Δεύτερον, καλύτερη εκμετάλλευση κοινοτικών εργαλείων: μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και φαντασία στη διαχείριση πόρων (μόνο 25% απορροφητικότητα ΕΣΠΑ σήμερα, μη ορατές επιπτώσεις του «σχεδίου Γιούνκερ»), πρόσδεση σε κοινά αναπτυξιακά σχέδια (αφού χάσαμε την ποσοτική χαλάρωση ας μην χάσουμε τουλάχιστον την ένωση κεφαλαιαγορών, την ψηφιακή και ενεργειακή ένωση και τις νέες ιδέες που σίγουρα θα ακολουθήσουν την έξοδο της Βρετανίας από την Ένωση). Τρίτον, ρευστότητα και παραγωγικότητα: είναι τα δύο μεγάλα ζητούμενα για την πραγματική οικονομία και προϋποθέτουν εντελώς άλλη φορολογική πολιτική, προώθηση της ανεξαρτησίας αλλά και του κοινωνικού ρόλου των τραπεζών (όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο) και επενδύσεις, επενδύσεις, επενδύσεις (αλλά πραγματικές, με κίνητρα και υποχρεώσεις, όχι τύπου «χρυσή βίζα», πουαντίκρυσε ήδη το βέτο των Βρυξελλών). Τέταρτον και κυριότερον, αλλαγή πολιτικού και κοινωνικού
κλίματος: διαχείριση από τους καλύτερους και όχι από εγκάθετους, με γνώμονα το δημόσιο και όχι το κομματικό συμφέρον, ώστε να μπορέσουν να προωθηθούν οι χρονίζουσες μεταρρυθμίσεις στη
δημόσια διοίκηση, το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, να βγουν από τη σημερινή διάλυση η Υγεία και η Παιδεία και να μεταδοθεί μια αίσθηση, και μια βούληση, συλλογικής προσπάθειας σε μια
κοινωνία που σήμερα υπνώττει, αδιαφορεί ή απελπίζεται.


Ακούω τον αντίλογο: μας τα’ παν κι άλλοι. Απαντώ το προφανές: αν δεν γίνουν αυτά δεν υπάρχει
σωτηρία, τώρα που τέλειωσε η δηλητηριώδης «καλοσύνη των ξένων».

0
0
0
s2smodern
powered by social2s