Ανάπτυξη ή ανάκαμψη;

Ενθετο Ημερησίας, 18-3- 2018

Δεν υπάρχει έννοια, και λέξη, που να έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια όσο η «ανάπτυξη». Προ κρίσης, βλέπαμε ήδη τον τοίχο μπροστά μας και νομίζαμε ότι αποφεύγεται με λόγια. Μέσα στην κρίση, η επίκληση της ανάπτυξης είναι αυτονόητη, συνεχής και απευθύνεται στον ουρανό.
Αν το πρώτο χαρακτηριστικό της ελληνικού τύπου «ανάπτυξης» είναι ότι το πολιτικο-διοικητικό μας σύστημα την αντιμετώπισε, και την αντιμετωπίζει, ως ιδέα και ποτέ ως πράξη, το δεύτερο είναι ότι, το ίδιο σύστημα αλλά και ολόκληρη η κοινωνία, ήξερε, και ξέρει, πολύ καλά πώς θα μπορούσαμε να περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη. Δεκάδες έρευνες, χιλιάδες άρθρα και εκατομμύρια λογύδρια συγκλίνουν στα ίδια σχεδόν κοινότοπα στοιχεία: πολιτική σταθερότητα, φορολογική απλοποίηση, άνοιγμα στις ξένες επενδύσεις, μείωση του χρόνου εκδίκασης των σχετικών διαφορών, εστίαση, αλλά και ποιοτική βελτίωση, στα προνομιακά για την Ελλάδα πεδία: τουρισμό, ναυτιλία, αγροτοδιατροφικά προϊόντα «με όνομα», διεθνοποίηση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας, ως τομέας που θα άξιζε να φτιαχτεί σχεδόν από την αρχή.

Πώς κάτι τόσο απλό αποδεικνύεται αδύνατο να προχωρήσει; Φταίει άραγε για τη σχεδόν απόλυτη αναπτυξιακή στασιμότητα της τελευταίας δεκαετίας, καθώς και για τη μη διατηρήσιμη αξιοποίηση των αναλαμπών της μεταπολίτευσης, μόνο η κρίση και η χαμηλή ικανότητα του πολιτικού συστήματος; Ή μήπως η αναπτυξιακή αδυναμία οφείλεται σε έναν ακαταμάχητα τοξικό, ιδίως εφόσον εισχωρήσει στον οργανισμό, συνδυασμό πολιτικής επιλογής –ναι, επιλογής και όχι νομοτέλειας- και διάχυτης αντιαναπτυξιακής κουλτούρας;

Ας υποβάλλουμε αυτά τα ερωτήματα στη δοκιμασία της παρούσας στιγμής. «Έξοδος από την κρίση χωρίς ανάπτυξη δε νοείται», λένε όλοι, συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, ειδικοί και γενικολογούντες, «πρέπει επιτέλους η χώρα να σταθεί στα δικά της πόδια». Ορισμένοι μάλιστα εξειδικεύουμε: απρόσκοπτος και έγκαιρος τερματισμός της παρούσας δανειακής συμφωνίας, εκπόνηση και λειτουργία ενός «εθνικού αναπτυξιακού προγράμματος» με βάση τα γνωστά σε όλους χαρακτηριστικά, απελευθέρωση από τους θεσμικούς επιβραδυντές (με πρώτους τους κεφαλαιακούς περιορισμούς και τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών), ολόσωμη κι ολόψυχη βουτιά στην εξωστρέφεια.
Να πώς απαντούν το σύστημα μας και οι συνήθειες μας στην πράξη: με πολιτικό διχασμό που καθιστά αδύνατο το όποιο κοινό σχέδιο. Με συνέχιση της διγλωσσίας -και μόνο η συζήτηση περί «καθαρής εξόδου» συνιστά απάτη για τον κοινό νου. Με επιμονή στο «αφήγημα» σε βάρος των πρακτικών δράσεων. Με όξυνση των επιβραδυντών της ανάπτυξης: η κυβέρνηση έχει ήδη πάρει μέτρα που δεσμεύουν και την επόμενη, επιμένει στα υπέρογκα πλεονάσματα, βάζει ως πολιτικό στόχο το χρέος και όχι την επανεκκίνηση της οικονομίας, αυτοεξαιρείται από όλες τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες τύπου ποσοτικής χαλάρωσης και κοινής ένωσης κεφαλαιαγορών. Με μηδέν μεταρρυθμίσεις -ως και η ψηφισμένη αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων μπήκε στις καλένδες. Με λυσσαλέα αντίσταση σε κάθε ξένη επένδυση.

«Ξεκλειδώνει» μέσα από μια πολιτική αλλαγή μια έτσι μπλοκαρισμένη χώρα; Το ελπίζω βαθιά αλλά φοβάμαι τη δύναμη του κακού που κάνουμε στον εαυτό μας. Ένα είναι σίγουρο: θα προσφέραμε υπηρεσία όλοι όσοι μετέχουμε στη δημόσια συζήτηση αν αντικαθιστούσαμε τη χίμαιρα της «ανάπτυξης» με τη μάχη για μιαν ανάκαμψη της οποίας γνωρίζουμε, αλλά δεν αγγίζουμε, τα μυστικά.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s