Η φάρμα των τραπεζών

Euro2day, 3-7-17
Αυτό που συνέβη με τις διαδικασίες «σωτηρίας» ορισμένων ευρωπαϊκών τραπεζών τις τελευταίες μέρες θα μπορούσε να διαβαστεί και ως παραβολή. Οργουελικού τύπου.
Τι έγινε με τις ισπανικές και τις ιταλικές τράπεζες;
Στην Ισπανία, πριν από δέκα ημέρες, η Banco Popular, κρίθηκε από το Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Εξυγίανσης (Single Resolution Board – SRB) ότι ήταν σε κατάσταση «πτώχευσης ή έτοιμη να πτωχεύσει» και τέθηκε σε «εξυγίανση» με βάση το ενοποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό αποτελείται από δυο μεγάλα και αλληλοσυμπληρούμενα νομοθετήματα του 2014, την Οδηγία για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση των Τραπεζών – BRRD- και τον αντίστοιχο Κανονισμό –BRR- που μετέφερε το επίπεδο αποφάσεων και εποπτείας στο υπερεθνικό επίπεδο και στο SRB.
Το μέσο «εξυγίανσης» που επελέγη, εντός του οπλοστασίου που καθορίζει το παραπάνω ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο, ήταν η πώληση της τράπεζας με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της –«καλά» και «κακά». Αγοραστής ήταν η επίσης ισπανική τράπεζα Santander, η μεγαλύτερη της χώρας, στη συμβολική τιμή του ενός ευρώ αλλά με την υποχρέωση να βρει από τις αγορές τα χρήματα που χρειάζονταν για το χειρισμό των «κακών» στοιχείων του ενεργητικού – η Santander πράγματι μάζεψε 7 δις ευρώ για αυτόν τον σκοπό. Το ισπανικό κράτος δεν εισέφερε ούτε ένα ευρώ στη σωτηρία της Banco Popular και οι μόνοι που έχασαν από τη συναλλαγή ήταν οι «ομολογιούχοι κατώτερης προστασίας» (junior bondholders). Πρόκειται για γνήσια περίπτωση «σωτηρίας με τις δυνάμεις της τράπεζας» (bail-in), που βρήκε μάλιστα εδώ την πρώτη της πρακτική της εφαρμογή από τότε που άρχισε να ισχύει το νέο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο.
Στην Ιταλία, στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, δύο τράπεζες της επαρχίας της Βενετίας, η Veneto Banca και η Banca Popolare di Vicenza, εκκαθαρίστηκαν εν λειτουργία (liquidation) σύμφωνα με το ιταλικό και όχι με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η τράπεζα Intesa που τις αγόρασε –επίσης η μεγαλύτερη της χώρας και επίσης για ένα ευρώ την καθεμία- πήρε μόνο τα καλά στοιχεία του ενεργητικού τους, ενώ το ιταλικό κράτος έβαλε 5 δις ευρώ για τη δημιουργία «κακής τράπεζας» που θα διαχειριστεί τα «κακά» τους στοιχεία και άλλα 12 δις ως εγγύηση για τη λειτουργία της «νέας» Intesa μετά την απορρόφηση των δύο ενετικών τραπεζών.
Κι εδώ οι «ομολογιούχοι πρώτης εξασφάλισης» (senior bondholders) και οι μεγαλο-καταθέτες (με καταθέσεις άνω των 100.00 ευρώ, που είναι το κατώφλι αναγκαστικής προστασίας από την ευρωπαϊκή νομοθεσία) δεν υπέστησαν καμία απώλεια, ενώ αν ακολουθούνταν η οδός της resolution βάσει BRD-BRR, πριν το ιταλικό κράτος μπορέσει να συνδράμει οικονομικά τις υπό πτώχευση τράπεζες, οι ίδιες θα έπρεπε να «θυσιάσουν» το 8% του ενεργητικού τους για τη σωτηρία τους, με πρώτα θύματα τους senior bondholders και τους μεγαλο-καταθέτες. Αντίθετα, οι μέτοχοι των δύο πρώην αυτόνομων τραπεζών (καθώς εξαφανίστηκαν ή υπέστησαν «διήθηση» - dilution- οι μετοχές τους λόγω της απορρόφησης από την κατά πολύ μεγαλύτερη Intesa) και ορισμένοι junior bondholders, όπως και στην ισπανική περίπτωση, ζημιώθηκαν. Πρόκειται για κλασική περίπτωση «έξωθεν σωτηρίας» (bail out), που υποτίθεται ότι απαγορεύεται πλέον από το κοινοτικό δίκαιο.
Πώς εξηγείται η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων;
Για μια σειρά από νομικούς και πολιτικούς λόγους.
Στο νομικό επίπεδο, αυτό που κατέστησε δυνατή τη διαφοροποίηση είναι η «λύση» που επελέγη σε κάθε περίπτωση –«ανάκαμψη και εξυγίανση» στην Ισπανία, εκκαθάριση εν λειτουργία στην Ιταλία- και, συνακόλουθα, το διαφορετικό νομικό πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε. Η ιταλική κυβέρνηση, για τους πολιτικούς λόγους που θα δούμε αμέσως πιο κάτω, θέλησε να αποφύγει με κάθε θυσία το ευρωπαϊκό πλαίσιο της resolution, γιατί αυτό θα συνεπαγόταν απώλειες για πολλούς επαγγελματίες και ιδιώτες ομολογιούχους και επενδυτές και θα δημιουργούσε πιθανώς συνθήκες πανικού και μετάδοσης της απειλής και σε άλλες τράπεζες και ίσως και σε όλο το ιταλικό σύστημα. Γι’ αυτό προσπάθησε, ντύνοντας με νομικό μανδύα την πολιτική πίεση που, όπως επίσης θα δούμε, άσκησε στις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές, να αντιμετωπίσει το ζήτημα με μεθόδους και διαδικασίες του εθνικού της οπλοστασίου (γιατί η δημιουργία πανευρωπαϊκού πλαισίου δεν διέγραψε πλήρως τις εθνικές παρεμβάσεις και δυνατότητες –έτσι προχωρά η Ευρωπαϊκή Ένωση… ).
Την μετάπτωση από το υπερεθνικό στο εθνικό επίπεδο την πέτυχε με δύο «άδειες» που έλαβε από τις ευρωπαϊκές αρχές. Πρώτα από την Ευρωπαϊκή Αρχή Εξυγίανσης (SRB), που αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε ανάγκη resolution, γιατί το «δημόσιο συμφέρον» στην προκείμενη περίπτωση ταυτιζόταν με το «εθνικό», δηλαδή το ιταλικό. Κρίνοντας ότι τα προβλήματα των δύο ενετικών τραπεζών δεν είχαν «σημαντική αρνητική επιρροή στη σταθερότητα του ευρωπαϊκού συστήματος», δέχτηκε ότι η λύση μπορούσε να δοθεί με εθνικά μέσα –παρότι ένα από τα επιχειρήματα της ιταλικής κυβέρνησης, για να περάσει τη ρύθμιση που επιζητούσε, ήταν ο κίνδυνος μετάδοσης του συστημικού κινδύνου…
Το δεύτερο πράσινο φως, αφού προηγουμένως η ιταλική Βουλή είχε περάσει, υπό συνθήκες επείγοντος που θα έκαναν τις δικές μας μνημονιακές διευθετήσεις να μοιάζουν με πανεπιστημιακά σεμινάρια, τον ειδικό νόμο για τη συμμετοχή του κράτους και τους όρους «πώλησης» στην Intesa, η ιταλική κυβέρνηση το έλαβε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η περίφημη, τόσο σε νομικούς όσο και επιχειρηματικούς κύκλους, Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής (DG Comp) αποφάνθηκε, και αυτή εν μία νυκτί, ότι δεν ετίθετο ζήτημα παράβασης των κανόνων περί κρατικής ενίσχυσης, με το επιχείρημα ότι, από τη στιγμή που οι δυο τράπεζες «κλείνουν» σε σχέση με την προηγούμενη αυτόνομη μορφή τους (winding down), δεν ετίθετο πια θέμα ανταγωνιστικής τους σχέσης με τις εναπονείσασες τράπεζες. Προφανώς το ότι οι ιταλικές τράπεζες «πέτυχαν» να σωθούν με την –απαγορευμένη σε άλλες χώρες- συνδρομή του Κράτους δεν φαίνεται να γέννησε, για την Επιτροπή, ζήτημα στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
Οι πολιτικοί λόγοι που επέτρεψαν την κατάφαση στην εθνική οδό, και την αποφυγή του bail-in για τις ιταλικές τράπεζες, έχουν να κάνουν με τις ίδιες τις προβληματικές τράπεζες, με την εν γένει κατάσταση του ιταλικού τραπεζικού συστήματος και με τις διαπραγματευτικές ικανότητες της ιταλικής κυβέρνησης, και ιδίως του Πρωθυπουργού Gentiloni και του Υπουργού Οικονομικών Padoan. Οι συγκεκριμένες ενετικές τράπεζες έβριθαν μικρών και μεγάλων ομολογιούχων και επενδυτών, καθώς, λίγα χρόνια πριν, υπό τις ευλογίες και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ο SRB δεν είχε ιδρυθεί ακόμα), το ιταλικό κράτος «εγγυήθηκε» την έκδοση ομολογιακού δανείου 10 δις ευρώ για τις Veneto Banca και η Banca Populare di Vicenza. Κάτι που σημαίνει ότι πολλοί, θεσμικοί και ιδιώτες, ωθήθηκαν να μπουν στο κεφάλαιο τους και πολλοί θα έχαναν αν πηγαίναμε στη λύση του bail-in.
Γενικότερα, το ιταλικό τραπεζικό σύστημα, το δομικά πιο προβληματικό της Ευρώπης (ίσως δεν είναι άσχετο ότι και το ιταλικό κράτος είναι το πιο πολυδάπανο της Ευρώπης), κατόρθωσε να είναι too big to fail, δηλαδή είναι τόσο συστημικά κρίσιμο να μην αφεθεί να πτωχεύσει που το ευρύτερο «σύστημα» (η Ευρωπαϊκού Ένωση δια των ECB, Commission, SRB) δεν έχει την πολυτέλεια καν να σκεφτεί να το αφήσει αβοήθητο. Τον τρόπο τον βρήκαν εύκολα, χάρις στη δύναμη της χώρας τους αλλά και τις διαπραγματευτικές τους ικανότητες, οι εξωτερικά γκρίζοι (σε σχέση, για παράδειγμα μες τον κύριο Βαρουφάκη) αλλά ικανοί και πραγματικοί υπερασπιστές του εθνικού συμφέροντος κύριοι Gentiloni και Padoan –ενώ ο ακόμα πιο γκρίζος κύριος Draghi σίγουρα χαμογελούσε από το θρόνο του.
Απέναντι στην Ισπανία και την πολύ λιγότερο «επικίνδυνη» ισπανική τράπεζα, οι ευρωπαϊκού θεσμοί έκαναν επίδειξη δύναμης: δείτε τι ωραία που λειτουργεί η resolution με bail-in, πουλήθηκε η τράπεζα –και μάλιστα Πέμπτη, ούτε καν η κάλυψη που προσφέρει στις αγορές το Σαββατοκύριακο δεν χρειάστηκε-, δεν μπήκε ένα ευρώ από το κράτος και δεν άνοιξε ρουθούνι. Απέναντι στην Ιταλία και τις δυνάμει τοξικές ενετικές τράπεζες, οι ίδιοι θεσμοί είπαν: όλες οι χώρες –και οι τράπεζες- είναι ίσες, αλλά μερικές είναι πιο ίσες από τις άλλες.
Τι σημαίνουν αυτές οι εξελίξεις για την Τραπεζική Ένωση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση;
Τα μαθήματα είναι αρκετά και πολύ ενδιαφέροντα. Αλλά το βασικό είναι ότι η γερμανικής εμπνεύσεως «ορθοδοξία», τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα, δέχθηκε τεράστιο, ίσως ανεπανόρθωτο πλήγμα.
Πρώτον αποδείχθηκε ότι το bail-in όχι μόνο δεν αποτελεί πανάκεια αλλά δεν είναι καν μονόδρομος. Θεωρητικά οι υπερεθνικοί επόπτες έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν, αύριο, σε μια χώρα και στις τράπεζες της αυτό που δέχθηκαν για την Ιταλία. Όμως η «ιταλική οδός» μπήκε επίσημα, αν και εκ της πλαγίας, στο νομικό οπλοστάσιο, ενώ το δόγμα «μια μέθοδος για όλους»: καμία διάσωση με λεφτά των φορολογουμένων, αντικαταστάθηκε ήδη από την πρακτική: το κοιτάμε ανά περίπτωση και ανά χώρα και βλέπουμε. Η κρίσιμη διαπραγμάτευση μετατοπίστηκε από το τεχνικό επίπεδο και από το εσωτερικό των υπερεθνικών θεσμών –Κεντρική Τράπεζα, Ενοποιημένη Εξυγίανση, Επιτροπή- στο πολιτικό επίπεδο και στη συνεννόηση κάθε χώρας δια της κυβέρνησής της χωριστά με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Και η Ιταλία απέδειξε ήδη ότι, σε αυτό το παιχνίδι, δεν κερδίζει μόνο η Γερμανία.
Δεύτερον, η ανορθόδοξη λύση που δόθηκε κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη –όπως ίσως θα ήθελαν οι πουρίστες (που δεν είναι διόλου τουρίστες) του bail-in. Οι αγορές αντέδρασαν θετικά, οι μετοχές των ιταλικών (όπως προηγουμένως και των ισπανικών) τραπεζών ανέβηκαν, ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να μην εξαφανίστηκε αλλά υποχώρησε, τουλάχιστον προσωρινά, ενώ οι απώλειες θεσμικών επενδυτών ήταν ανύπαρκτες και ιδιωτών επενδυτών πολύ περιορισμένες. Μένει το αγκάθι της χρήσης «χρημάτων των φορολογουμένων» για τη διάσωση τραπεζών (και, όχι, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, τραπεζιτών). Βάσει ποιού ακλόνητου δόγματος προκύπτει άραγε ότι η χρήση κρατικών πόρων για τη διασφάλιση της ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος, και άρα και της οικονομικής και κοινωνικής ειρήνης, είναι πάντα αντίθετη στο καλώς νοούμενο εθνικό, αλλά, σε μια ομογενοποιημένη οικονομία, και στο ευρωπαϊκό γενικό συμφέρον; Στο κάτω-κάτω δεν επιβλήθηκε πρόσθετη φορολογία για τη σωτηρία των τραπεζών και το κράτος (αν έχει βέβαια, όπως στην Ιταλία, διατηρήσει τον πυρήνα της κυριαρχίας του) μπορεί να βρει τρόπους να εξισορροπήσει αυτή την απώλεια κρατικών πόρων όχι αναγκαστικά σε βάρος της κοινωνικής πολιτικής και της κοινωνικής ειρήνης. Σε κάθε περίπτωση, την απάντηση θα δώσει ο ιταλικός λαός στις επερχόμενες εκλογές: το κυβερνών Δημοκρατικό Κόμμα δέχθηκε σφοδρή κριτική από τις εντεύθεν κακείθεν δυνάμεις του λαϊκισμού, όμως δεν αποκλείεται, την ώρα της κάλπης, οι πολίτες να ερμηνεύσουν αλλιώς τον τρόπο που έδρασε στο όνομα τους.
Μένει το κυριότερο ίσως: το ζήτημα της λειτουργίας της Τραπεζικής Ένωσης. Μια τέτοια γλαφυρή εικονογράφηση, σε δέκα μέρες μέσα, των δύο μέτρων και δύο σταθμών, πλήττει, και σε τι βαθμό, την αξιοπιστία ενός οικοδομήματος που υποτίθεται ότι είναι κοινό και χωρίς παραθυράκια αλλά που αποδείχτηκε τόσο ανοιχτό στους ανέμους της νομικής ερμηνείας και της πολιτικής διαπραγμάτευσης;
Σίγουρα η Τραπεζική Ένωση δεν είναι πια τόσο άκαμπτη, δηλαδή τόσο «γερμανική». Και αυτό μπορεί να αποβεί θετικό υπό δύο –πολιτικές φυσικά, μιας και τέτοιο αποδείχτηκε ότι είναι το τραπεζικό παιχνίδι- προϋποθέσεις. Πρώτον, να μη σταματήσει η προσπάθεια εμβάθυνσης της κοινής εποπτείας και της ελάφρυνσης της επιρροής των εθνικών κυβερνήσεων επί των εθνικών τραπεζών, αλλά με την απαραίτητη ευελιξία και πρακτικότητα, χωρίς υποχωρήσεις στο νόμο του δυνατού και, κυρίως, χωρίς πειραματισμούς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια «Ευρωπαϊκή Lehman». Και δεύτερον, να υλοποιηθεί, μέσα στους χρόνους που προβλέπονται, και χωρίς άλλες γερμανικές υπεκφυγές, το «τρίτο πόδι» της Τραπεζικής Ένωσης, το Κοινό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, μόνος θεσμός ικανός να μειώσει δραστικά τον συστημικό κίνδυνο και την ανασφάλεια -κι έτσι να καταστήσει λιγότερο αναγκαίες «δημιουργικές» λύσεις ιταλικού για τις τράπεζες.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s