Καλή τύχη

Insider, 2-6-17

Είναι η δεύτερη φορά που οι εταίροι/δανειστές μας εύχονται κάτι τόσο εμφατικά. Κι αν η πρόσφατη «ευχή» του κυρίου Σόιμπλε αποδειχτεί το ίδιο γούρικη με την παλιά ευχή του κυρίου Ρεν, τότε τα πράγματα είναι δυσοίωνα (και) για το ελληνικό χρέος. Με την επιπλέον επιβάρυνση ότι, τότε, τουλάχιστον δεν ξέραμε.

Η υπόθεση του χρέους όχι μόνο πιστεύω ότι αναδείχτηκε, από την ελληνική πλευρά, σε σημαντικότερη παράμετρο από όσο της ταίριαζε, και πάντως σίγουρα στην παρούσα φάση των εξελίξεων, αλλά και οδηγείται σε αδιέξοδο. Αυτή τη φορά πέφτει θύμα των αλληλοαποκλειόμενων στόχων των μεγάλων «παικτών», αφού όμως η ελληνική κυβέρνηση έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να χάσει τον έλεγχο και να δημιουργήσει συνθήκες εγκλωβισμού.

Για το ΔΝΤ, το κλειδί είναι η λέξη «βιωσιμότητα» και ο απώτερος στόχος η απόσυρση από το ελληνικό πρόγραμμα. Γίνεται σαφές σε όποιον διαβάσει τα πρακτικά των τελευταίων, και όχι μόνο των πολύ πρόσφατων, συνεδριάσεων του Eurogroup, αλλά και σε όποιον παρατηρεί τη γλώσσα του στόματος και του σώματος του κυρίου Τόμσεν, ότι το Ταμείο αισθάνεται παραπάνω από άβολα στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η σχετική ευμένεια του κυρίου Τόμσεν έναντι της Ελλάδας στις αρχές του Πρώτου Μνημονίου (μην ξεχνάμε ότι είχε επιλεγεί από τον τότε επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρός-Καν ακριβώς για να στηρίξει την πολιτικά συγγενή κυβέρνηση Παπανδρέου) μετατράπηκε σε κλονισμό, όταν ανακάλυψε τον τρόπο με τον οποίο «τηρούν τις υποσχέσεις τους» οι ελληνικές Αρχές (κρίσιμη υπήρξε η μονομερής αλλαγή, μέσα σε μια βραδιά, του στόχου και της πατρότητας των πρώτων συμφωνημένων ιδιωτικοποιήσεων), σχετικά γρήγορα έγινε ανοιχτή απαξίωση (όταν άλλαζαν οι κυβερνήσεις και τα πράγματα όχι μόνο δεν βελτιώνονταν αλλά πήγαιναν προς τα πίσω) και, επί της παρούσας κυβέρνησης, οδηγήθηκε σε πλήρη άρνηση.

Η ψυχολογική απομάκρυνση του ΔΝΤ έχει και πολιτικό υπόβαθρο, αφού ολοένα και περισσότερες μη ευρωπαϊκές χώρες επιπλήττουν την ηγεσία του ότι αφιερώνει υπερβολικά πολλή ενέργεια για την Ελλάδα, η δε σημερινή Διευθύντρια του δεν έχει πάρει το θέμα τόσο προσωπικά όσο ο προκάτοχός της. Η δε συνολικά αρνητική έναντι της Ελλάδας στάση στηρίζεται, για να σωθούν οι εντυπώσεις, σε εύλογα, ή ευλογοφανή, τεχνικά επιχειρήματα.  

Το ΔΝΤ, από αρκετό καιρό, και πάντως σίγουρα μετά τη δημόσια αυτοκριτική που έκανε για την αστοχία του ως προς τις παράπλευρες συνέπειες του προγράμματος σε σχέση με την ύφεση, έχει ταχθεί υπέρ του διακανονισμού του (δημοσίου πλέον) χρέους. Είναι κάτι που θα έπρεπε να το καθιστά φυσικό σύμμαχο της ελληνικής κυβέρνησης, που κι εκείνη έχει τον ίδιο κεντρικό (το ξαναλέω: κεντρικότερο απ’ όσο ταιριάζει στις περιστάσεις) στόχο.  

Το Ταμείο θεωρεί ότι η πορεία που έχει πάρει το χρέος το καθιστά μη βιώσιμο, άρα η Ελλάδα χρειάζεται διευκόλυνση για τη μείωση του. Συναρτά όμως την όποια συμφωνία μείωσης και από συμφωνία σε δύο άλλα μέτωπα, στα οποία, ως εκ θαύματος, μετατρέπεται από χρεωστικό περιστέρι σε δημοσιονομικό γεράκι. Ζητά από τους Ευρωπαίους παίκτες –Επιτροπή και ESM- συμφωνία ως προς τα μετά το 2022 πρωτογενή πλεονάσματα (ως τότε η κυβέρνηση, με ένα ακόμα λάθος της, τα κλείδωσε στο 3,5%) και το ποσοστό ετήσιας ανάπτυξης (ως το 2060, ενώ έπεσε παταγωδώς έξω μόνο για τα χρόνια των Μνημονίων). Προδικάζει μάλιστα εξαρχής, στηριζόμενο σε μια δική του μεθοδολογία που και αμφισβητήσιμη είναι και διαρκώς αλλάζει, ότι δεν συμφωνεί με τους υπολογισμούς και τις προτάσεις των άλλων εταίρων, καθώς βρίσκει, και σε αυτό ίσως έχει δίκιο, υπερβολικά αισιόδοξες τις προβλέψεις τους.

 Έτσι όμως προκαλεί το αδιέξοδο, που τόσο χαρακτηριστικά φάνηκε στο τελευταίο  Eurogroup της ψυχρολουσίας: υποτίθεται πως λέει «ναι» στο χρέος, στην πραγματικότητα όμως λέει «όχι» στις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την οποιαδήποτε συμφωνία για το χρέος. Χρησιμοποιεί δε το μείζον διαπραγματευτικό χαρτί που κρατά στα χαρτιά του –το ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να φύγει από το ελληνικό πρόγραμμα, ενώ οι άλλοι εταίροι το παρακαλάνε να μείνει- για να σκληρύνει τη θέση του και τα επιχειρήματα του. Υπ’ αυτή την οπτική δεν είναι διόλου τυχαία η «συμβιβαστική προσέγγιση» που εμφανίστηκε, ξαφνικά και πισώπλατα για την Ελλάδα, αλλά που όλα δείχνουν ότι είχε προετοιμαστεί μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων: η πρόταση το ΔΝΤ να μη φύγει ακόμα από το ελληνικό πρόγραμμα αλλά να μη βάλει τα –συμβολικά- χρήματα που του ζητούνται πριν επέλθει συμφωνία για το χρέος.

Η κρίσιμη λέξη για την Επιτροπή (και, για να μην κρυβόμαστε, για τη Γερμανία) είναι «μη αναταραχή» και ο στόχος είναι πλέον (γιατί και τους Ευρωπαίους εταίρους τους εξαντλήσαμε) η αρχειοθέτηση του ελληνικού προβλήματος, και του ελληνικού χρέους, με το μικρότερο δυνατό κόστος για την Ευρωζώνη. Το δράμα της Ελλάδας –της χώρας ολόκληρης, όχι της εκάστοτε κυβέρνησης- είναι ότι, εκ των πραγμάτων, συμβιβάζεται ή επιτρέπει στον εγγυητή του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος –αυτός είναι ο επίσημος θεσμικός ρόλος της Επιτροπής- να ερμηνεύει το ευρωπαϊκό συμφέρον έχοντας ως τελευταίο στη σειρά κριτήριο μια πραγματική λύση για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας.

Η θεωρία «καλά τα πάτε με τα πλεονάσματα, άρα μπορείτε να έχετε τόσο μεγάλα πλεονάσματα διαρκώς» είναι προφανές ότι στηρίζεται σε μια αστοχία ολκής της παρούσας κυβέρνησης, που «πέτυχε» μόνη της, και υπερηφανεύεται μεγαλοφώνως γι’ αυτό, πολύ μεγαλύτερα από τα συμφωνημένα πρωτογενή πλεονάσματα, σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Είναι όμως επίσης προφανές ότι αποτελεί ένα άλλο δήθεν «ναι» των Ευρωπαίων εταίρων που στην πραγματικότητα συνιστά «όχι» στην ανάκαμψη της οικονομίας. Γιατί με μεγάλα πλεονάσματα και με υπεραισιόδοξα σενάρια ανάπτυξης (ενώ ακόμα δεν έχουμε βγάλει το κεφάλι από το νερό για τρία συνεχή τρίμηνα), μπορεί μεν η Κομισιόν να «πουλήσει» στο Συμβούλιο –δηλαδή στα κράτη, δηλαδή κυρίως στη Γερμανία- ότι δεν θα χρειαστεί να γίνει άλλη διευκόλυνση χρέους, αλλά ούτε το ΔΝΤ πείθει, ούτε την ελληνική οικονομία, που χρειάζεται άμεσες ανάσες ρευστότητας και επενδύσεων, βοηθάει.

Τη γενική αυτή γραμμή, που φαίνεται υποστηρικτική της ελληνικής «προσπάθειας», είναι όμως υπονομευτική των ελληνικών αναγκών, επιδεινώνουν δυο συγκυριακές εξελίξεις που δεν διστάζει να προβάλει με κάθε ευκαιρία ο χερ ντόκτορ Σόιμπλε. Οι επερχόμενες γερμανικές εκλογές και οι γερμανικοί κοινοβουλευτικοί κανόνες (ιδίως ότι για κάθε διαπραγμάτευση ο Υπουργός Οικονομικών πρέπει να διαθέτει σχετική «εντολή» -mandat- από την πανίσχυρη Επιτροπή του γερμανικού Κοινοβουλίου) θεωρεί ότι δεν του δίνουν τα περιθώρια ευελιξίας για να σκεφτεί –να σκεφτεί, όχι να συμφωνήσει- αυτή τη στιγμή κάτι πέραν των συμφωνηθέντων τον Μάιο του 2016 και που –υπονοείται- η Ελλάδα δεν έχει ακόμα φέρει σε πέρας. Ισχύει, αλλά αποτελεί και πρόφαση.

Αν ήθελε η γερμανική κυβέρνηση, δηλαδή εάν αυτή ήταν η γραμμή Σόιμπλε, θα πείθονταν, όπως γίνεται κάθε φορά, από πριν ή αναδρομικά, και η πανίσχυρη Επιτροπή του Κοινοβουλίου και η πανίσχυρη Καγκελάριος της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα η γερμανική κυβέρνηση δεν θέλει να διακινδυνεύσει να φανεί λιγότερο αυστηρή έναντι της Ελλάδας στα μάτια των αυριανών ψηφοφόρων της και γι’ αυτό πατάει στις ήδη ειλημμένες αποφάσεις, στις ελληνικές (καθ)υστερήσεις και στην αμφιθυμία του ΔΝΤ. Γι’ αυτό δεν συζητά λύση, καν συνέχιση του προγράμματος, χωρίς το ΔΝΤ και ταυτόχρονα καλεί το ΔΝΤ να αποδεχτεί τη δική της οπτική των πραγμάτων. Πράττοντας έτσι, απλώς σπρώχνει το τσίγκινο κουτάκι του χρέους αλλά και ολόκληρης της ελληνικής οικονομίας πιο κάτω στο μετεκλογικό, για την ίδια, σοκάκι αδιαφορώντας για το πού θα καταλήξει.

Ένας παράγοντας που θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο είναι ο ESM, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός που φτιάχτηκε ειδικά για τέτοιες «διασώσεις» και που αποτελεί το βασικό δανειστή της χώρας μας. Όμως, ενώ κάποιοι άρχισαν -και καλό θα ήταν και επισήμως η ελληνική κυβέρνηση να επέμενε- να ζητούν να ληφθούν κατά προτεραιότητα υπόψη τα μοντέλα και οι προβλέψεις του ESM για τη βιωσιμότητα του χρέους, κι ενώ ο οργανισμός έχει τους ανθρώπους (αρκετούς μάλιστα σπουδαίους Έλληνες) και την τεχνογνωσία για να το κάνει, πέφτει θύμα του μη πολιτικού χαρακτήρα του σε μια πολύ πολιτική διαδικασία. Ο ESM δεν μπορεί να προβάλει επιχειρήματα ούτε σε σχέση με άλλες χώρες, ούτε σε σχέση με εκλογές, ούτε σε σχέση με τη συγκυρία, ούτε η φωνή του (παρόλο που, κι αυτή, μιλάει γερμανικά) ακούγεται το ίδιο δυνατή στο τραπέζι των ατέλειωτων διαπραγματεύσεων. Δεν μπορεί να επιβάλει, μπορεί όμως να κάνει, και κάνει, πολλά πράγματα αθόρυβα, ίσως πιο αθόρυβα απ ό,τι τους αξίζει: ποιος γνωρίζει και ποιος μιλάει (πάντως όχι η ελληνική κυβέρνηση για την οποία, παρόλο που δεν συνέβαλε, θα συνιστούσε μια κάποια επιτυχία) για τη σημαντική μείωση χρέους που γίνεται μέσω της πολιτικής των  swaps; Σε μια επόμενη και άλλης λογικής διαπραγματευτική φάση –ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει- ο ESM θα πρέπει να αποτελέσει κέντρο της προσοχής και βασικό σύμμαχο της χώρας μας.        

Μένει ο παράγοντας «Ελλάδα» για την ολοκλήρωση του αδιεξόδου –γιατί δυστυχώς η ελληνική κυβέρνηση, με τον τρόπο της και πιθανότατα άθελά της, αντί να φέρνει πιο κοντά τη λύση, την απομακρύνει. Για την ελληνική κυβέρνηση η λέξη-κλειδί είναι το «αφήγημα» και ο βασικός πολιτικός στόχος «άστο τους άλλους αργότερα» -γι’ αυτό πήρε τώρα, και πανηγύριζε, μέτρα που θα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση.

Επειδή θέλει να χτίσει το αφήγημα της προσπάθειας και της αντίστασης και του αντικομφορμισμού αφήνει τις διαπραγματεύσεις να τρενάρουν τόσο, άλλα λέει στους ξένους και άλλα στους ιθαγενείς και καταλήγει να δέχεται ολοένα σκληρότερους όρους, για τους οποίους, φυσικά, ματώνει η καρδιά της και τους οποίους, φυσικά, απλώς ψηφίζει και ουδόλως εφαρμόζει. Για να χτίσει το αφήγημα μιας κάποιας «νίκης» έδωσε στο χρέος το ρόλο ιερού δισκοπότηρου, ξεπερνώντας το γεγονός ότι, μετά από μια ακόμα διαπραγματευτική επιτυχία της, το ονομαστικό κούρεμα του δημοσίου τομέα έχει αποκλειστεί ρητά με τη συμφωνία του Τρίτου Μνημονίου, και ελπίζοντας ότι θα κράδαινε το τρόπαιο κάποιων διευκολύνσεων από τώρα, ενώ θα είχαν συνέπειες στα μεν δημοσιονομικά από το 2022 και κυρίως μετά το 2060, στη δε πραγματική οικονομία ποτέ. Για το ίδιο νικητήριο αφήγημα πόνταρε τα λίγα λεφτά που της είχαν απομείνει στην επικείμενη –και αναγκαία- είσοδο της χώρας μας στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μόνο που, όσο αργεί η συμφωνία για το χρέος και την ανάπτυξη, τόσο αναβάλλεται η συμμετοχή στο πρόγραμμα -και το πρόγραμμα δεν θα διαρκέσει για πάντα. Για να μη γκρεμιστεί το αφήγημα «πήραμε κάτι για το χρέος» αρνήθηκε –και, ως προς αυτό, καλά έκανε- τη συμβιβαστική πρόταση να μην αποτραβηχτεί αμέσως το ΔΝΤ αλλά και να μην αποφανθεί από τώρα για τη βιωσιμότητα του χρέους –καθυστερώντας όμως μέχρι το επόμενο Eurogroup καθιστά όλο και πιο πιθανό να αποδεχτεί την πρόταση που απέρριψε, ως τότε όμως θα έχει προσαρμόσει το αφήγημα. Για να βρει παράδειγμα για το «εμείς τα καταφέρνουμε», έβγαλε, μέσω φόρων, υπερβολικό πρωτογενές πλεόνασμα, έστω κι αν έτσι βαθαίνει την ύφεση και σπρώχνει ακόμα πιο βαθιά στις άμμους της ερήμου το σταματημένο όχημα της ελληνικής οικονομίας.

Από αφήγημα σε αφήγημα, ωστόσο, χάνει έναν - έναν τους στόχους της, οδηγεί στο απώτατο χρονικό και ψυχολογικό όριο κάθε αξιολόγηση, συντηρεί μια μόνιμη αβεβαιότητα, δημιουργεί ετερόκλητους συνασπισμούς εναντίον της (ως και Γερμανία με ΔΝΤ ανάγκασε να συμφωνήσουν ότι δεν μπορούν να συμφωνήσουν αλλά ότι θα βρουν τρόπο να μην το δείξουν) και, κυρίως, κάνει την πραγματική ανάκαμψη να αναβάλλεται διαρκώς. Είναι απολύτως αλήθεια ότι και οι εταίροι είναι συχνά κακόπιστοι –το ΔΝΤ επέβαλε πρώτα στην Ελλάδα τα αναδρομικά δημοσιονομικά μέτρα του 4ου Μνημονίου και μετά «θυμήθηκε» ότι οι προβλέψεις του για τη βιωσιμότητα δεν συγκλίνουν με αυτές των Ευρωπαίων- και βαδίζουν χωρίς στρατηγική, βάζοντας σχεδόν πάντα το πασάλειμμα πριν από την ουσία. Όμως αν, όπως έχουν πει πολλοί, δεν θέλουμε μόνοι μας να σωθούμε, κανείς δεν θα μας σώσουν –και πάντως σίγουρα οι εταίροι/δανειστές δεν θα μας κάνουν δώρα με το χρέος. Εκεί δυστυχώς βρισκόμαστε: συνεχίζουμε να μη θέλουμε να σωθούμε.        

 

 

0
0
0
s2smodern
powered by social2s