• Home
  • Κόσμος
  • Ιστορίες Δημοκρατίας : Η ζωή και οι οθόνες

Ιστορίες Δημοκρατίας : Η ζωή και οι οθόνες

NEA 30/05/2020 : 

Το δεύτερο, μετά την κλιματική αλλαγή, στοίχημα της ανθρωπότητας, και της Δημοκρατίας, μέσα και μετά την πανδημία, έχει να κάνει με τη σχέση μας με την τεχνολογία. Τα περιοριστικά μέτρα, το κλείσιμο στα σπίτια μας, η εργασία εξ αποστάσεως, η μάχη κατά του ιού κατέστησαν πιο κρίσιμη, αλλά και πιο εμφανή για όλους μας, τη συνεισφορά της λεγόμενης «4ης βιομηχανικής επανάστασης». Μείναμε σε απευθείας μετάδοση ενήμεροι της παγκόσμιας εξέλιξης της πανδημίας, δουλέψαμε από το σπίτι, μιλήσαμε και είδαμε φίλους και συγγενείς που βρίσκονταν σε άλλες πόλεις και χώρες, διατηρήσαμε κάποια σχέση με την –εικονική έστω- πραγματικότητα. Μήπως όμως παράλληλα γίναμε, χωρίς να το καταλάβουμε και πάντως ερήμην μας, ακόμα πιο εξαρτημένοι από μια τεχνολογία που δεν την ελέγχουμε και η οποία όχι μόνο μάς ελέγχει αλλά και μάς χειραγωγεί; Και μήπως συντελείται, τούτη τη στιγμή που μιλάμε, μπροστά στα μάτια μας αλλά πέραν της αντίληψης μας, ένα αποφασιστικό βήμα όχι μόνο για άλλου είδους σχέση με την εργασία, την τεχνολογία, τη συμμετοχή στα κοινά αλλά και για έναν άλλο τρόπο ζωής;

Η συζήτηση δεν ξεκινά τώρα και η εκλαΐκευση της, από χρόνια αλλά και κατά τη σημερινή της αναζωπύρωση, οφείλεται κυρίως σε δύο γυναίκες, συγγραφείς και ακτιβίστριες. Η πρώτη, και πιο διάσημη, είναι η Καναδέζα Ναόμι Κλάιν, γνωστή σε κύκλους πνευματικούς με ολίγην από κουτσομπολιό και αριστερούς με μπόλικο αριστερισμό ως «η άλλη Ναόμι» -γιατί, προφανώς, η μαύρη γαζέλα της πασαρέλας δεν έχει στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων της τις παρεκβάσεις του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Δημοκρατικά ευαίσθητη, ταλαντούχα στην επιλογή θεμάτων που καίνε και συνθημάτων που μένουν καρφωμένα στο μυαλό, ιέρεια και σύμβολο της «αντι-παγκοσμιοποίησης», η Κλάιν μπήκε ορμητικά στη δημόσια σφαίρα με το πρώτο βιβλίο της (1999), το «No logo» (τα συνθήματα που λέγαμε), η βασική συνεισφορά της ήρθε όμως το 2007 με το «Δόγμα του Σοκ». Στο προκλητικό, πιασάρικο όσο και εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό βιβλίο, η συγγραφέας είχε –και μάλιστα προφητικά: λίγο πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση- μια ορθή διαίσθηση, την οποία τέντωσε ως το όριο της, ίσως και πέρα από αυτό: οι στιγμές «κρίσης», πραγματικής ή τεχνητής, αποτελούν για το σύγχρονο καπιταλισμό και στιγμές ποιοτικών αλμάτων -μέσα από τα συνεχή σοκ ο καπιταλισμός υλοποιεί όλο και πιο ακραίους και απομακρυσμένους από τις ανθρώπινες ανάγκες στόχους. Αυτό που δεν πέτυχαν (πλήρως) ο Φρίντμαν και οι «νέο-φιλελεύθεροι» ακόλουθοί του, οικονομολόγοι και πολιτικοί, προχώρησε μέσα από τη χρηματοπιστωτική κρίση, που δυνάμωσε τις ορέξεις της «ελεύθερης αγοράς», και, τώρα, μέσα από την πανδημία, που πραγματοποιεί το όνειρο των μεγάλων τεχνολογικών εταιριών για ένα –άλλο ευφυές σύνθημα της Κλάιν- Screen New Deal: μια ερήμην μας «συμφωνία» να ζούμε τη ζωή μας μέσα από τις οθόνες.

Ειδικότερη στο ζήτημα αυτό είναι μια άλλη κοινωνική επιστήμονας, Αμερικανίδα, 20 χρόνια μεγαλύτερη από τη Ναόμι και έτη φωτός απέχουσα από το στιλ το δικό της και της συνονόματής της. Η Σοσάνα Ζούμποφ (Shoshana Zuboff), από το κάθε άλλο παρά μοναχικό παρατηρητήριο της στο Χάρβαρντ, μελετά τη σχέση των ανθρώπων με τις μηχανές και της (νέας) τεχνολογίας με την (λιγότερο ανανεωμένη) δημοκρατία. Στο πρώτο της βιβλίο, «Στην Εποχή των Έξυπνων Μηχανών: το Μέλλον της Εργασίας και της Ισχύος» (1998), μίλησε για την «πανοπτική ενημέρωση», την εισβολή της μέσω του Διαδικτύου επικοινωνίας και την παραφθορά που επέφερε στην εθνική και παγκόσμια κατανομή ισχύος. Με το πιο πρόσφατο (2019), λάνσαρε την έννοια και την έκφραση που περιέχεται στον τίτλο του: «καπιταλισμός της επιτήρησης». Η Ζούμποφ ισχυρίζεται, διόλου αβάσιμα, ότι με τη συλλογή περισσότερης πληροφορίας για τις ζωές μας από όση θέλουμε ή ξέρουμε ότι δίνουμε, και μέσω των «ψηφιακών ιχνών» που αφήνει αυτό το τεράστιο πλέγμα δεδομένων, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρίες –Google, Amazon, Facebook, Microsoft- προβλέπουν, επηρεάζουν και εντέλει κατευθύνουν τη συμπεριφορά και τη ζωή μας. Ιδιωτική, μεταλλάσσοντας και στην ουσία συρρικνώνοντας μέχρις εξαφανίσεως την ίδια την έννοια της ιδιωτικότητας, και δημόσια, διαμορφώνοντας εντελώς διαφορετικούς, και πολύ πιο σκοτεινούς, όρους δημοκρατικής αντιπαράθεσης.

Η Κλάιν και η Ζούμποφ στρέφουν το φακό, και μας ανοίγουν τα μάτια, σε πραγματικά προβλήματα. Γιατί πράγματι η μονοπώληση της χρήσης, και των επιλογών, της τεχνολογίας στα χέρια ελάχιστων πανίσχυρων εταιριών, που όχι μόνο δεν λογοδοτούν σε καμία δημόσια αρχή αλλά και διαμορφώνουν μια «παγκόσμια ατζέντα», δεν είναι κάτι ούτε φυσιολογικό, ούτε αυτόματο, ούτε, αν ξεπεράσει κάποια όρια, αποδεκτό. Και πράγματι, μια ζωή που κάθε της έκφανση, ίσως και κάθε της σκίρτημα, θα περνά -ή, ακόμα χειρότερα, θα αναγκάζεται να περάσει- μέσα από μια οθόνη, δεν θα είναι, τουλάχιστον για όσους δεν θα την επιλέγαμε, βιωτή. Από το σημείο, όμως, αυτό μέχρι να ισχυριζόμαστε, όπως κάνει η Κλάιν (αναζητείστε, αν σας ενδιαφέρει το θέμα, ένα μεγάλο σχετικό άρθρο της στη Guardian της 13ης Μαΐου 2020), ότι η εμφάνιση του πρώην Διευθυντή της Google στο πλευρό του Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης ισοδυναμεί με στημένο παιχνίδι και με διάθεση να επιβληθεί –αν δεν έχει ήδη επιβληθεί- ένας νέος ολοκληρωτισμός, υπάρχει απόσταση.

Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα των αποχρώσεων και η αλήθεια, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται κάπου στην μέση. Ναι, έχει σημασία να είμαστε σε εγρήγορση. Ναι, η τεχνολογία είναι, και πρέπει να αγωνιστούμε, αν χρειαστεί, για να μείνει, μέσο και όχι αυτοσκοπός. Ναι, η ιδιωτικότητα, έστω φερμένη στα μέτρα της εποχής, πρέπει να προστατεύεται και η κοινωνική και πολιτική έκφραση να μην ποδηγετείται, και πάντως όχι εν αγνοία μας, από εταιρίες με αποκλειστικά εμπορικούς σκοπούς. Αλλά όχι, η τεχνολογία δεν έχει, και δεν ανέδειξε μέσα στην πανδημία, μόνο σκοτεινές όψεις –έσωσε ζωές και έκανε τη ζωή πάρα πολλών ανθρώπων πιο υποφερτή. Όχι, σύμπασα η «Σίλικον Βάλει» -η περιοχή της Καλιφόρνιας που προσωποποιεί την τεχνολογία όπως «οι Βρυξέλλες» προσωποποιούν την Ευρωπαϊκή Ένωση- δεν απεργάζεται την παγκόσμια «δικτατορία της επιτήρησης» –ο Μπιλ Γκέιτς, για παράδειγμα, και μέχρις αποδείξεως του εναντίου, είναι μια δύναμη του καλού. Και όχι, δεν ισχύει ότι η Δημοκρατία είναι ανήμπορη ή δεν κάνει τίποτα –ας σκεφτούμε τις ρυθμίσεις για τα προσωπικά δεδομένα, την ενίσχυση των φωνών για ρύθμιση και στο πεδίο της «δημόσιας τεχνολογίας», την προώθηση δικαιότερης φορολόγησης για όλες τις εταιρίες και την, συχνά οικειοθελή, συμβολή τους στο Green New Deal. Να ένα σύνθημα που δεν εφηύρε η Ναόμι, αλλά με το οποίο σίγουρα συμφωνεί (και) η Ναόμι.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s