• Home
  • Κόσμος
  • Ιστορίες Δημοκρατίας: Κλίμα βαρύ κι αδήριτο

Ιστορίες Δημοκρατίας: Κλίμα βαρύ κι αδήριτο

NEA 23/05/2020

Η ανθρωπότητα δεν είχε ανάγκη την πανδημία για να αντιληφθεί ποιο είναι το υπ’ αριθμόν ένα κοινωνικοπολιτικό, άρα δημοκρατικό, ζήτημα της εποχής: η προστασία του πλανήτη από την αυτοκαταστροφή. Με την πανδημία ωστόσο είναι δυνατόν -κατά τη γνώμη μου, αναγκαίο- να περάσουμε από τη δημοκρατική συνειδητοποίηση στη δημοκρατική επιτάχυνση. Kι έτσι το μακρύ ταξίδι, που τόσο εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, να πάψει να γίνεται μεσοπέλαγα και με σβησμένα φώτα.

Οι επιστήμονες έχουν από καιρό, αν όχι εντελώς έγκαιρα πάντως απολύτως πειστικά, χτυπήσει το καμπανάκι: η κλιματική κρίση δεν είναι προ των πυλών, είναι εδώ. Η ανάγκη δεν είναι επείγουσα, είναι αδήριτη. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι αφηρημένο, αλλά εντελώς απτό: αν δεν κρατήσουμε την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από το 1,5%, η ζωή μας, όλων μας, όχι μόνο δεν θα είναι ίδια αλλά θα είναι αβίωτη. Ακόμα και στο «καλό σενάριο», το οποίο παρουσιάζουν οι Christiana Figueres και Tom Rivett-Carnac στο συναρπαστικό βιβλίο τους «Το μέλλον που διαλέγουμε», τα χειρότερα, με ορίζοντα το 2050, μπορεί να αποφευχθούν, ο τρόπος ζωής, ιδίως στις πόλεις, να βελτιωθεί, αλλά οι πάγοι θα συνεχίσουν να λιώνουν, τα «ακραία» καιρικά φαινόμενα θα είναι συχνά, οι κοινωνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές ισορροπίες θα παραμείνουν για καιρό ασταθείς. Το -διόλου απίθανο, όπως πάνε τα πράγματα- «κακό σενάριο» (αύξηση θερμοκρασίας πάνω από 3%), ας μην το σκεφτόμαστε καν: δεν θα μπορούμε να αναπνεύσουμε το μολυσμένο αέρα, οι ανεμοστρόβιλοι, οι θύελλες, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές, οι ξηρασίες θα είναι πολύ συχνές, ολόκληρες περιοχές του πλανήτη δεν θα είναι πια κατοικήσιμες, τα φαινόμενα «κλιματικής μετανάστευσης», έλλειψης βασικών αγαθών, καθώς και της βίας που θα συνδέεται με αυτά, θα βγουν εκτός ελέγχου.

Ξαναλέω: όλα αυτά -μαζί με τα αναγκαία τους συμπληρώματα: την συντελούμενη 6η μαζική εξαφάνιση ειδών στην ιστορία, την εκτός ορίου μόλυνση όχι μόνο από αέρια του θερμοκηπίου αλλά και από πλαστικά, χημικά, μέταλλα, την απώλεια της ισορροπίας στους πόλους και στις θάλασσες- τα ξέρουμε. Επιπλέον τα ζούμε: το «εύκρατο αττικό κλίμα» ανευρίσκεται μόνο στα εγχειρίδια πατριδογνωσίας, οι τακτικοί τυφώνες λαμβάνουν ανθρώπινα ονόματα χωρίς να εξημερώνεται η οργή τους, τα ψάρια τελειώνουν (και) στη Μεσόγειο, χώρες ολόκληρες βρίσκονται ή ξεπερνούν (τελευταίο παράδειγμα: η Σομαλία) τα όρια της κατάρρευσης εξαιτίας και κλιματικών καταστροφών. Οι «κλιματικοί αρνητές», τα πανίσχυρα λόμπι των τομέων που πλήττονται -ιδίως πετρελαίου και άλλων «βρώμικων» πηγών παραγωγής και ενέργειας-, πολιτικοί τύπου Τραμπ και Μπολσονάρου δεν λείπουν και δεν εγκαταλείπουν. Αλλά τώρα πλέον, για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, αλλά και των αποφασιζόντων, δεν υπάρχει το άλλοθι της άγνοιας και επιπλέον όλοι έχουμε καταστεί μάρτυρες, ή και μετέχοντες, της πράξης.

Τρεις σταθμοί, μέσα στην τελευταία πενταετία, γεφύρωσαν τη γνώση με τη συνειδητοποίηση και τη θεωρία με την πράξη. Πρόκειται για τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα (Δεκέμβριος 2015), το «φαινόμενο Γκρέτα» (που εμφανίστηκε, με τη «σχολική απεργία για το κλίμα», το 2018) και την υιοθέτηση και αρχή υλοποίησης της «Νέας Πράσινης Συμφωνίας» σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (τέλη 2019-αρχές 2020).

Η Συμφωνία του Παρισιού, ιδίως μετά την αποτυχία της αντίστοιχης προσπάθειας στην Κοπεγχάγη (2010), αποτέλεσε, υπό την αιγίδα των προέδρων Ομπάμα (πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος) και Σι (και πόσο ίδιος), το σοβαρότερο, και με νομική δεσμευτικότητα, βήμα παγκόσμιας συνεννόησης. Παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα μέσω των εθνικών επικυρώσεων (ενώ ούτε μισή χώρα δεν ακολούθησε τη μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ/Τραμπ, το 2017), έθεσε κρίσιμους στόχους και οριστικοποίησε την ανάγκη «αλλαγής μοντέλου». Αν το Παρίσι είναι ο δρόμος πάνω στον οποίο, σε πείσμα του Τραμπ, πορεύεται η ανθρωπότητα, η Γκρέτα υπήρξε ο μεγεθυντικός φακός που μετέτρεψε την κλιματική αλλαγή από θέμα συζήτησης και αγωνίας σε πρώτο παγκόσμιο ζήτημα πολιτικής. Χρειαζόταν ένας τέτοιου είδους άνθρωπος -νέος, ευάλωτος, εμμονικός, απολύτως απρόσβλητος- και μια φράση σαν κι αυτή που είπε στη Σύνοδο του ΟΗΕ το 2018 –«λέτε πώς αγαπάτε περισσότερο από οτιδήποτε τα παιδιά σας κι όμως κλέβετε το μέλλον τους μπροστά στα μάτια τους»-για να κινητοποιηθεί αυτό που μετράει στον άνθρωπο -η ψυχή του- κι εκεί που μετράει -σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η συνεισφορά της «πολιτικής Ευρώπης», δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάτησε στα χνάρια του Παρισιού και στην αύρα της Γκρέτα κι έδωσε σάρκα και οστά σε κάτι που πριν από ελάχιστο καιρό θα φάνταζε «αδύνατο»: ένα πλήρες, στα χαρτιά, πολιτικό σχέδιο, που καλύπτει όλες τις χώρες κι όλους τους τομείς, έφερε τους στόχους πιο μπροστά (το 2030), παρέχει -ή θα παράσχει- επαρκή χρηματοδοτικά εργαλεία και κίνητρα και άρχισε να εξειδικεύει έννοιες όπως η «καθαρή ενέργεια», η «κυκλική οικονομία», ο «παραγωγικός μετασχηματισμός».

Εκεί βρισκόμασταν -συνειδητοποιημένοι αλλά ακόμα μετέωροι- μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας. Η παγκόσμια απειλή έφερε στην επιφάνεια ένα νέο μεγάλο δίλημμα: μήπως η επιστροφή, και μάλιστα ενίσχυση, της «παραδοσιακής», δηλαδή ρυπογόνου, οικονομίας πρέπει να καταστεί προτεραιότητα για την επάνοδο στην κανονικότητα; Πρόσφερε όμως και τρεις εικονογραφήσεις της απάντησης που πρέπει να δώσουμε: α) αντιληφθήκαμε πόσο ζημιογόνος και από επιδημιολογική άποψη είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε -δηλαδή βιάζουμε- τη φύση, β) είδαμε με τα μάτια μας πόσο λίγο θέλει για να «πάρει επάνω του» το κλίμα και το περιβάλλον, άρα πόσο αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι η προσπάθεια που καλούμαστε να καταβάλλουμε, γ) βιώσαμε σε πρώτο πλάνο το μείζον ζήτημα των ανισοτήτων αλλά και της ισότητας όλων μπροστά στην επερχόμενη ή επαπειλούμενη καταστροφή. «Υπάρχει πράγματι πρόβλημα με το κλίμα, αλλά η διεθνής κοινότητα είναι διασπασμένη, είναι άδικο να απαιτηθεί από μεγάλες χώρες (Κίνα, Ινδία, πρώην «αναπτυσσόμενες») να αλλάξουν μοντέλο πριν καν βιώσουν τα οφέλη του προηγούμενου», έλεγαν κάποιοι ως πριν από λίγο. Ή αλλάζουμε όλοι μαζί ή βουλιάζουμε μαζί, μας έδειξε, μετά τη Γκρέτα, η πανδημία.

Οι αλλαγές -και γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολες- είναι προφανές ότι αφορούν πρώτα απ’ όλα την οικονομία. Τομείς ολόκληροι απασχόλησης θα χαθούν, εκατομμύρια άνθρωποι θα κληθούν να αλλάξουν ή να χάσουν τη δουλειά τους. Απαιτούνται όχι μόνο ιδιαίτερα σκληρά και χωρίς ομαλές μεταβάσεις μέτρα, αλλά και μια συντονισμένη μεταμόρφωση σε όλους σχεδόν τους τομείς: από το εμπόριο στις μεταφορές, από τη γεωργία στην τεχνολογία, από το αναπτυξιακό πρότυπο στον τρόπο διακυβέρνησης. Γι’ αυτό περίοδοι όπως αυτές που ζούμε, οι οποίες μπορούν να βγάλουν το καλύτερο -αλλά βέβαια και το χειρότερο- από τον άνθρωπο, είναι κατάλληλες για την υπέρβαση.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s