Ο-μεγάλον

Η Προεδρία Ομπάμα σε δέκα επεισόδια

 

Η εκλογή Τραμπ σηματοδοτεί αναγκαστικά –αλλά και σχεδόν εξευτελιστικά- το τέλος της εποχής Ομπάμα. Χωρίς να σημαίνει ότι υπήρξε αναγκαστικά ένας «μεγάλος» Πρόεδρος, πιστεύω ότι ο Ομπάμα, με τις αποφάσεις του αλλά κυρίως με την παρουσία του, σφράγισε με τρόπο μοναδικό την εποχή του, που ήταν, δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε, μια εποχή οικονομικής κρίσης, ψυχικής καταρράκωσης και υποχώρησης της πολιτικής.

Αξίζει, συνεπώς, να αφιερωθούν κάτι παραπάνω από λίγες γραμμές ή μια επιφανειακή ανάλυση στο πρόσωπο, στα έργα και τις ημέρες του. Θα δοκιμάσω, όπως έκανα και στην αρχή της θητείας του, μέσα από το βιβλίο μου «Ομπάμα και Ευρώπη», μια νέα περιήγηση, εν είδει αποχαιρετισμού αυτή τη φορά, στους βασικούς, κατά τη γνώμη μου, άξονες και σταθμούς της Προεδρίας Ομπάμα: Η ενσάρκωση του ονείρου – Η διάσωση της οικονομίας – Ομπάμα-κέαρ: επανάσταση ή μερεμέτι; – Η «μέθοδος Ομπάμα» – Μια πράσινη σχεδόν-επανάσταση- Ελευθερίες και δικαιώματα – Πόλεμος και ειρήνη – Το φυλετικό ζήτημα – Αστοχίες και υστερήσεις – Το ύφος ως ήθος.      

Ελπίζοντας ότι η νέα σελίδα της αμερικανικής και της παγκόσμιας ιστορίας, που θα είναι σίγουρα χειρότερη από τα «χρόνια Ομπάμα», δεν θα είναι τόσο τρομακτική όσο προοιωνίζεται το εκλογικό αποτέλεσμα της 8ης Νοεμβρίου 2016.

1. Η ενσάρκωση του ονείρου.

Μπορεί να μοιάζει σα να ήταν ένας αιώνας πίσω, αλλά η 4η Νοεμβρίου 2008, η ημέρα της πρώτης εκλογής του πρώτου μαύρου Προέδρου στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι πολύ κοντά. Και συγχρόνως πολύ μακριά, αν θυμηθούμε σε τι συνθήκες λάβαινε χώρα η ιστορική αυτή εξέλιξη: η Αμερική έβγαινε από οκτώ χρόνια Προεδρίας Μπους του νεότερου, με στραπατσαρισμένη την εικόνα, την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία της’ η οικονομική κρίση είχε χτυπήσει, λίγους μήνες πριν, την ατσαλένια πόρτα της Λίμαν Μπράδερς κι έστω κι αν το ωστικό κύμα δεν είχε ακόμα φτάσει τελείως στην Ουάσιγκτον και σχεδόν καθόλου στην Ευρώπη, ήταν παραπάνω από εμφανή τα σημάδια ότι το τζίνι του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποκλειόταν να ξαναμπεί στο μπουκάλι ΄ μετά τους Δίδυμους Πύργους, τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράκ και την κήρυξη ενός αέναου όσο και μειωτικού για τη δημοκρατία «πολέμου κατά του κακού», η ανθρωπότητα, στην οποία η Κίνα είχε ξεπεταχτεί ως η νέα μεγάλη δύναμη και η Ευρώπη έκανε όνειρα «ήπιας κυριαρχίας» (θυμάστε τη Συνθήκη της Λισαβόνας που θα αποτελούσε το θεσμικό πλαίσιο αυτής ακριβώς της κυριαρχίας;), όχι μόνο ήταν έτοιμη αλλά και είχε ανάγκη για μια διαφορετικού τύπου ηγεσία και παράδειγμα.   

Κληρονόμος αλλά διόλου παραγωγός μιας τέτοιας συγκυρίας, είχε εμφανιστεί, από το πουθενά, ένα μόλις χρόνο πριν, ένας σαρανταεπτάχρονος τότε γερουσιαστής από το Σικάγο, συνταγματολόγος στο επάγγελμα και δημεγέρτης –με την αρχαιοελληνική έννοια- ως προσωπικότητα. Με τον πολιτικό λόγο του –ένα μίγμα γκόσπελ, μαθήματος ιστορίας και συλλογικής αφήγησης-, την πολιτική στόχευση του –να οικοδομήσει μια άλλη κοινωνική συμμαχία για να αλλάξει το πρόσωπο της Αμερικής-, τη γλώσσα του σώματος και το χρώμα των ονείρων του, είχε πρώτα καταφέρει να επικρατήσει οριακά έναντι του έτοιμου από καιρό εσωκομματικού του ανταγωνιστή (μια κάποια Χίλαρι Κλίντον), μετά να νικήσει καθαρά τον προεδρικό αντίπαλό του (τον αξιοπρεπή αλλά υπερβολικά αϊζενχαουρικό για τα μέτρα της εποχής Γερουσιαστή Μακ Κέιν) και κυρίως να κατακτήσει το μυαλό και τις ψυχές του μεγάλου αλλά εύθραυστου πλανητικού χωριού.        

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αλλά και με τα στοιχεία που είχε προσδώσει ο ίδιος στον εκλογικό αγώνα, οι προσδοκίες από την άφιξη Ομπάμα στην εξουσία ήταν πρωτόγνωρες. Ούτε καν ο ουρανός δεν ήταν όριο: το yes we can ξεπερνούσε την πολιτική κι έμπαινε στα χωράφια του φαντασιακού. Ο άνθρωπος αυτός είχε υποσχεθεί αλλαγές –στην Ουάσιγκτον, στη θέση της Αμερικής στον κόσμο, στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων- που δεν μπορούσαν παρά να σημαίνουν επανεφεύρεση –ή έστω επανανακάλυψη- του κόσμου στον οποίο ως τότε ζούσαμε. Η πρωτιά χάρις στο χρώμα του δέρματος του, μαζί με τα αντικειμενικά προσόντα του –νέος, πολύ μορφωμένος, καθόλου βιαστικός, επικοινωνιακά χαρισματικός- και τις ανάγκες της εποχής έκαναν, εξαρχής, τον Ομπάμα ένα σύμβολο παραπάνω από οτιδήποτε άλλο. Αλλά ένα σύμβολο για το καλό, ένα σύμβολο ελπίδας. Λίγοι περίμεναν ίσως πραγματικά ότι θα άλλαζε τον κόσμο, εκατομμύρια όμως διεκδικούσαν να τον κάνει πιο ανοιχτό, πιο ανθρώπινο  και πιο αξιοπρεπή. Υπ’ αυτό το φως είναι δίκαιο να κριθεί η Προεδρία Ομπάμα.

Είναι όμως εξίσου δίκαιο να μην ξεχνάμε τις αντικειμενικές συνθήκες που δημιουργούσαν η ιστορική στιγμή και το πολιτικό σύστημα μέσα στο οποίο ήταν αναγκασμένος να λειτουργήσει ο νέος Πρόεδρος. Μιας εποχής κατά την οποία η Αμερική είχε απολέσει το μονοπώλιο ισχύος άρα και επιρροής, ο «πολυπολισμός» έφερνε αναγκαστικά διάσπαση της αποτελεσματικότητας στο χειρισμό μικρών και μεγάλων, περιφερειακών και παγκόσμιων κρίσεων, η δε οικονομική κρίση σήμαινε το τέλος ενός ορισμένου είδους ευημερίας. Και ενός αμερικανικού συστήματος, στο οποίο τα περίφημα checks and balances, οι θεσμικές αντισταθμίσεις της προεδρικής εξουσίας -δηλαδή κυρίως τα δύο νομοθετικά σώματα, το ανώτατο, και πολιτικότατο, δικαστήριο, τα διάφορα λόμπι και η πίεση του Τύπου και της κοινής γνώμης- μπορούν και να λειτουργήσουν –και σχεδόν πάντα λειτουργούν, όταν η εκτελεστική εξουσία έχει σκοπό να επιφέρει βαθιές αλλαγές- ως βαριά τροχοπέδη.

Στο πέρασμα από το φαντασιακό στο πραγματικό, πόσο μπορούσε –και πόσο όφειλε- να αντέξει το αίτημα της ελπίδας; Σήμερα το ξέρουμε, αλλά δεν είναι κακό να το ξαναθυμηθούμε.

 

2. Η «μέθοδος Ομπάμα».

Η πολιτική είναι εφαρμοσμένη τέχνη –και ως τέτοια κρίνεται εκ του αποτελέσματος, το οποίο όμως στηρίζεται σε μια μέθοδο. Η «μέθοδος Ομπάμα», εμφανής σε όλες του σχεδόν τις κινήσεις και τις αποφάσεις, θα αδικούνταν αν την αποκαλούσαμε απλώς «πραγματισμό». Κοντύτερα στην πραγματικότητα θα βρισκόμασταν αν κάναμε λόγο για επιμονή στην υλοποίηση αρχών σε βάρος της όποιας ιδεολογίας. 

Κανόνας πρώτος: ο Πρόεδρος δεν είναι μόνος, η Αμερική δεν είναι μόνη. Μια ομάδα “doers”, μίγμα έμπιστων συνεργατών στο Λευκό Οίκο (Αξελροντ, Ραμ Εμάνουελ), έμπειρων «κεντρώων» και συχνά «κλιντονιστών» στους βασικούς τομείς (Χίλαρι Κλίντον και στη δεύτερη θητεία Τζόν Κέρι στα εξωτερικά, Βόλκερ, Σάμερς, Γκάιτνερ και κατόπιν Λιού στα οικονομικά, Γκέιτς στην Άμυνα), φιλελεύθερων, με την αμερικανική έννοια, στα κοινωνικά πεδία (Χόλντερ στη Δικαιοσύνη, Ναπολιτάνο στην Ασφάλεια, πολλά νέα πρόσωπα στη δεύτερη θητεία), στήριξε, σε όλη τη διάρκεια των οκτώ χρόνων, τον Πρόεδρο, χωρίς δουλοπρέπεια αλλά και χωρίς απώλεια εμπιστοσύνης –πολλοί άλλαξαν, κανένας δεν τον κατηγόρησε για οτιδήποτε σοβαρότερο από το «απόμακρο» του χαρακτήρα του. Επιπλέον, όλη αυτή η προσπάθεια –προσπάθεια «αλλαγής πολιτικής», ας μην το ξεχνάμε- είχε εξαρχής επίγνωση των ορίων τόσο της ίδιας της πολιτικής όσο και της συγκεκριμένης χώρας: «Μόνοι μας δεν μπορούμε» είπε ο Ομπάμα στην πρώτη του εμφάνιση ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών, το Σεπτέμβριο του 2009. Φιλοδοξίες, ναι, πολλές –με επίγνωση της εγγενούς απόστασης ως την υλοποίηση- αλλά κανένας μεσσιανισμός.

Κανόνας δεύτερος: στα δύσκολα χωρίς φόβο, κατά προτίμηση μάλιστα τα πιο δύσκολα στην αρχή. Οι πρώτες αναγγελίες του νέου Προέδρου κινούνταν σε δύο μόνο άξονες: δικαιώματα- Γκουαντάναμο (μια από τις μεγάλες αποτυχίες του, όπως θα δούμε), περιβάλλον (μια μεγάλη και ευτυχής, στο τέλος, περιπέτεια, όπως επίσης θα περιγράψουμε). Το ξεκίνημα σφραγίστηκε από δύο συμβολικά μέτρα, τα πρώτα που πήρε ο Πρόεδρος, ως ανάδειξη προθέσεων: διευκόλυνση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, περιορισμός της άνεσης κινήσεων των λομπιστών και των αποδοχών, μέσα στην κρίση, του προσωπικού του Λευκού Οίκου. Ακόμα και εκεί που απέτυχε (όπως στη βελτίωση του τρόπου διακυβέρνησης από τα κέντρα της Ουάσινγκτον), ο Πρόεδρος δεν ξέφυγε από τις αρχικές εξαγγελίες του.  

Κανόνας τρίτος: βλέποντας και κάνοντας ως προς την υλοποίηση των «καθαρών» στόχων. Ζύγισμα όλων των συνεπειών, γνώση και διαπραγμάτευση της κάθε λεπτομέρειας, όχι εν θερμώ αποφάσεις, λήψη υπόψη του συσχετισμού δυνάμεων. Έτσι έκανε με την υγειονομική μεταρρύθμιση. Έτσι, κατεξοχήν, στην εξωτερική πολιτική, που άρχισε με μεγάλους λόγους επί της αρχής –πυρηνικά στην Πράγα τον Απρίλιο του 2009, Ισλάμ στο Κάιρο τον Ιούνιο του 2009, σχέση με τη Ρωσία στη Μόσχα τον Ιούλιο του 2009, σχέση με την Κίνα και την «αναδυόμενη Ασία» το Σεπτέμβριο του 2009, ενώ η Ευρώπη, περιέργως αλλά όχι τυχαία, ήρθε τελευταία, τον Απρίλιο του 2014- και υλοποιήθηκε, όπως θα δούμε, με πολλά σκαμπανεβάσματα και αλλαγές πορείας. Με ευτυχέστερο παράδειγμα, βοηθούσης και της τύχης, την εξολόθρευση του Μπιν Λάντεν και πιο αμφισβητήσιμη την περίπτωση της Συρίας. Εδώ ο έμφυτος πραγματισμός του Ομπάμα δικαιολογεί τη δολοφονική αλλά όχι άδικη φράση του Κίσινγκερ περί «μεγάλου σκακιστή που έχει ανοίξει παράλληλα δέκα παρτίδες και δεν τελειώνει καμία». Καμία φορά δε, από την πολλή άσκηση πειθούς δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι έχασε την πίστη του και ο ίδιος.

Κανόνας τέταρτος: ψυχραιμία στις νίκες και στις ήττες –κυρίως στις ήττες. Επειδή οι προσωπικές του επιτυχίες ήταν μεγάλες –δύο εκλογικές νίκες, μεγάλη δημοτικότητα στην αρχή και, πολύ πιο σημαντικό, στο τέλος της οκταετούς θητείας του-  ξεχνάμε πόσο το κόμμα του ταλαιπωρήθηκε και ηττήθηκε με τον Ομπάμα Πρόεδρο: αρχής γενομένης από την απώλεια των «κυβερνήσεων» στο Νιού Τζέρσι και τη Βιρτζίνια το Νοέμβριο του 2009, περνώντας από την απώλεια της ιστορικής έδρας του Τεντ Κένεντι στη Μασαχουσέτη τον Ιανουάριο του 2010, ως την απώλεια της πλειοψηφίας και στα δύο νομοθετικά σώματα κατά τις ενδιάμεσες εκλογές, πρώτα για τη Βουλή των Αντιπροσώπων (Νοέμβριος 2011) και μετά και στη Γερουσία (Νοέμβριος 2014). Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι οι πολιτικές του Προέδρου –και ιδίως το «Ομπάμα-κέαρ»- δεν ήταν δημοφιλείς αλλά και ότι ο Ομπάμα είχε, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα της οκταετίας του, να κυβερνήσει με εχθρικές –η λέξη κυριολεκτεί- πολιτικές πλειοψηφίες. Απέναντι τους μπορεί να υποχώρησε σε επιμέρους θέματα, όχι όμως στις αρχές του: και η μεταρρύθμιση της υγείας προχώρησε και η διπλή –από μία φορά σε κάθε θητεία- μάχη –και πάλι κυριολεκτικά- του προϋπολογισμού, που κόντεψε να κλείσει την αμερικανική κυβέρνηση και να πτωχεύσει την αμερικανική οικονομία, δεν έληξε με νίκη όσων ήθελαν πλήρη κατάργηση των φόρων και των δημοσίων δαπανών για κοινωνικούς σκοπούς. Αυτή η επιμονή τελικά δικαιώθηκε, και μάλιστα διπλά: ο Ομπάμα κέρδισε μια νέα θητεία στον κολοφώνα της αμφισβήτησης της πρώτης και είχε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του προς το τέλος της οκταετίας, στη λεγόμενη lame duck περίοδο του, δηλαδή όταν είχε χάσει την πολιτική πλειοψηφία: κλιματική αλλαγή, Κούβα και Ιράν, προστασία μεταναστών, σταθεροποίηση οικονομίας.

Κανόνας πέμπτος και αποφασιστικός: συμβιβασμός δεν σημαίνει υποχώρηση. Κατά τον Ομπάμα, «η χώρα (του) χτίστηκε πάνω στο συμβιβασμό» και άρα δεν μπορεί να προχωρήσει –κυρίως αν θέλει να κάνει τομές- παρά πάνω στο συμβιβασμό. Ο Πρόεδρος το είπε αυτό το Δεκέμβριο του 2010 –και θα το επαναλάμβανε και στο Λόγο της Αθήνας, το Νοέμβριο του 2016, με την οποία ουσιαστικά έληξε η θητεία του-, όταν οι Ρεπουμπλικανοί, που μόλις είχαν αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, τον ανάγκασαν να παρατείνει τις φοροαπαλλαγές των πλουσίων για να μην άρουν την υποστήριξη τους στην επιδότηση των μακροχρόνια ανέργων. Κατά τον τον Ομπάμα, για τη διατήρηση του δεύτερου άξιζε να θυσιαστεί το πρώτο –κι ας αποτελούσε κι αυτό προεκλογική του εξαγγελία. Το ίδιο και στην εξωτερική πολιτική: η επιμέρους στάση μπορούσε να αλλάξει (Αίγυπτος, Συρία, Παλαιστινιακό, όλες ανάμεσα στις λιγότερες ένδοξες σελίδες), όχι όμως η προσπάθεια αποφυγής των ένοπλων συγκρούσεων, έστω κι αν –ο κυνικότερος ίσως συμβιβασμός- αυτό σήμαινε πρωτοφανή εξάπλωση των χτυπημάτων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα λεγόμενα drones.

Άξιζε η αποπυρηνικοποίηση τη συνδιαλλαγή με λιγότερο καλούς μαθητές της δημοκρατίας; Το ήξεις-αφήξεις με τη Ρωσία την αποφυγή ενός νέου ψυχρού πολέμου; Μια «σοσιαλδημοκρατία-α-λα αμερικανικά» το σβήσιμο του ονείρου ότι μπορούσε να αλλάξει ο κόσμος; Τέτοιου είδους ερωτήματα θέτει μέσα από τη μέθοδό του ο Ομπάμα. Και μέσα από αυτά θα ήθελε μάλλον να κριθεί.

 

3. Η διάσωση της οικονομίας.

Η πτώχευση της Λίμαν Μπράδερς –η κρίσιμη σταγόνα που έκανε το ποτήρι της χρηματοπιστωτικής κρίσης να ξεχειλίσει, ή την ανθρωπότητα να καταλάβει ότι είχε ξεχειλίσει- οριστικοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2008, λιγότερο από δύο μήνες πριν από την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα και κάτι παραπάνω από τέσσερεις πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του.  Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ όχι μόνο κληρονόμησε την κρίση αλλά και ήταν αναγκασμένος να δράσει επειγόντως και αποφασιστικά. Από τη δύναμη των πραγμάτων, αυτή επρόκειτο να είναι η πρώτη δοκιμασία του κι εκεί να κριθεί, σε μεγάλο βαθμό, η αξιοπιστία του.

Ήδη στην εναρκτήρια ομιλία του ως Προέδρου, στις 20 Ιανουαρίου 2009, ο Ομπάμα είχε θέσει τους θεμέλιους λίθους της οικονομικής φιλοσοφίας του: «Το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση είναι αρκετά παρεμβατική ή όχι … αλλά είναι αρκούντως αποτελεσματική. Το ερώτημα δεν είναι επίσης αν η Αγορά είναι μια δύναμη για το καλό… Όμως η κρίση μας θύμισε ότι αν δεν προσέξουμε, η Αγορά μπορεί να γίνει ανέλεγκτη. Η οικονομική επιτυχία μας δεν εξαρτάται μόνο από το ΑΕΠ, αλλά και από την εξάπλωση της ευημερίας, της δυνατότητας να προσφέρουμε ευκαιρίες σε όλους». 

Μέσα στην σοβούσα κρίση, λοιπόν, η νέα αμερικανική ηγεσία είχε συνείδηση και φιλοδοξία να διασώσει μέσω του κράτους (αποτελεσματικότητα) και να εξισορροπήσει τον προσπορισμό των κερδών από ό,τι θα διασωζόταν (δικαιότερη αναδιανομή). Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η κυβερνητική ομάδα του Ομπάμα για την οικονομία –με κύριους πρωταγωνιστές τον πρώην τραπεζίτη αλλά και τραπεζικό επόπτη Τιμ Γκάιτνερ ως Υπουργό Οικονομικών και τον ακαδημαϊκό με πείρα στην κυβέρνηση Κλίντον Λάρι Σάμερς ως οικονομικό σύμβουλο του Προέδρου- είχε να αντιμετωπίσει τρεις αλληλοσυνδεόμενες προκλήσεις: να «απαλλάξει» τις αγορές από ορισμένα κουφάρια ή επικείμενα κουφάρια μεγάλων εταιριών που εμπόδιζαν την ορθή λειτουργία της΄ να «καθαρίσει» τα τοξικά χαρτοφυλάκια σχεδόν όλων των μεγάλων τραπεζών, ώστε να κρατήσει ζωντανό και αιμοδότη το τραπεζικό σύστημα΄ να προσφέρει ρευστότητα μέσω δημοσίων και άλλων προγραμμάτων στην οικονομία, ώστε να μην την αφήσει να σβήσει, διασώζοντας έτσι όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις εργασίας. 

Ο Πρόεδρος και η ομάδα του έδρασαν με αποφασιστικότητα και με αρκετή τόλμη, παρά την απειρία τους, την αντίσταση των νομοθετικών σωμάτων (που θα εξακολουθούσε για κάθε μεγάλη πρωτοβουλία καθ’ όλη τη διάρκεια και των δύο θητειών του Ομπάμα, με απόγειο τα δύο μπλοκαρίσματα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού) και τις αντικρουόμενες εισηγήσεις των ειδικών. Το σχέδιο διάσωσης των τραπεζών περιλάμβανε ενίσχυση του «σχεδίου Πόλσον», ύψους 700 δις δολαρίων, που είχε βιαστικά συνταχθεί επί Προεδρίας Μπους, και συγχρόνως «ενθάρρυνση» της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve) για παροχή ρευστότητας στις τράπεζες -τέτοιες μεγάλες ενέσεις ρευστότητας υπό τύπον quantitative easing θα συνεχίζονταν και στη δεύτερη θητεία Ομπάμα και θα ενέπνεαν σταδιακά και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Παράλληλα διασώθηκαν μεν, μετά την κατάρρευση της Λίμαν, όσες συστημικά σημαντικές τράπεζες το χρειάζονταν, όπως και η ασφαλιστική-γίγας AIG και η αυτοκινητοβιομηχανία-σύμβολο General Motors, όμως πολλές μικρές τράπεζες και εταιρίες (τα λεγόμενα «ζόμπι») αφέθηκαν να πτωχεύσουν, αφού εξασφαλίστηκαν, κατά τις διατάξεις του νόμου, οι επενδυτές τους. Στις 10 Φεβρουαρίου του 2009, λιγότερο από ένα μήνα μετά από την ανάληψη της Προεδρίας, το «σχέδιο Πόλσον» συμπληρώθηκε με το «σχέδιο Γκάιτνερ» για την προστασία των τραπεζών κι έτσι ολοκληρώθηκε η σωτηρία του τραπεζικού συστήματος, χωρίς πάντως εκ βάθρων εξυγίανση του.

Πιο σημαντική, από κάθε άποψη, στάθηκε  η επενδυτική πρωτοβουλία. Χωρίς την υποστήριξη έστω και ενός Ρεπουμπλικανού στη Βουλή των Αντιπροσώπων και μόνο τριών στη Γερουσία, πέρασε, στις 17 Φεβρουαρίου, ο «νόμος για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στην Αμερική», ένα «πακέτο» ενίσχυσης της οικονομίας ύψους 787 δις δολαρίων που περιλάμβανε φοροαπαλλαγές για τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, παροχές επιδομάτων στους ανέργους και στοχευμένες επενδύσεις στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και των υποδομών, με έμφαση στα ενεργειακά δίκτυα. Συμπληρωμένο, λίγο αργότερα, με ένα πρόγραμμα για 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, ένα σχέδιο ύψους 75 δις δολαρίων για στήριξη της καταρρέουσας αγοράς ακινήτων και όσων είχαν οικιστικά δάνεια, το «πακέτο» αυτό, που δόθηκε, δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε, στο απόγειο της κρίσης και όχι αφότου είχε κοπάσει, επέτρεψε τη σχετικά γρήγορη ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας (καθώς επίσης, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και την εξαγωγή της κρίσης στην πολύ λιγότερο θεσμικά έτοιμη και πολιτικά αποτελεσματική Ευρωπαϊκή Ένωση, με Δούρειο Ίππο φυσικά τη χώρα μας). Αρκετοί κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, με πρώτο τον Κρούγκμαν, βρίσκουν, στο εργαστήριο τους, αυτό το «πακέτο» ανεπαρκές, παρότι αναγνωρίζουν ότι έσωσε την αμερικανική οικονομία. Δεν παύει να είναι όμως μεγαλύτερο από κάθε αντίστοιχο στα χρόνια του New Deal του Ρούσβελτ, να έσωσε πάνω από 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και να επέτρεψε τη δημοσιονομική σταθεροποίηση που άρχισε να χτίζεται στη δεύτερη θητεία του Ομπάμα.

Παράλληλα, στον κρίσιμο για τις ΗΠΑ χώρο των αγορών κεφαλαίων (μην ξεχνάμε ότι στο αμερικανικό μοντέλο, εντελώς αντίστροφα από ό,τι στο ευρωπαϊκό, το 70% περίπου της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων γίνεται μέσω των κεφαλαιαγορών και το 30% από τον τραπεζικό τομέα), ο Ομπάμα εξήγγειλε –στις Συνόδους του G-20 στο Λονδίνο στα μέσα του 2019 και του Πιτσμπουργκ στα τέλη της ίδιας χρονιάς- και υλοποίησε, μέσω του νόμου Dodd-Frank, που ψηφίστηκε το 2010, μια βαθιά ρυθμιστική τομή, που έφερε μεγαλύτερο έλεγχο πολλών «επικίνδυνων» προϊόντων (ιδίως των παραγώγων και των δομημένων), ανάγκασε τις τράπεζες, μέσω του λεγόμενου «Volker rule”, να γίνουν λιγότερο κερδοσκοπικές αλλά και έβαλε βέβαια γραφειοκρατικά και άλλα προσκόμματα στην «ελεύθερη» -βλέπε ανεξέλεγκτη- λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα. 

Η διάσωση ήταν άμεση, αλλά τα απτά αποτελέσματα αυτής της οικονομικής πολιτικής μέσα στην κρίση φάνηκαν αργότερα. Το χρηματιστήριο ανένηψε μέσα στο 2009, η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται από το 2011 αλλά η ανεργία να μειώνεται μόλις το 2012. Έγκαιρα για τη νέα εκλογική αναμέτρηση σε μια χώρα που, ως γνωστόν, “it’s the economy, stupid”.  Και όπου ο Ομπάμα μόνο stupid δε φάνηκε.

 

4. Ομπάμα-κέαρ: επανάσταση ή μερεμέτι;

Όπως σε όλες τις μεγάλες στιγμές της πολιτικής, τα πάντα βασίστηκαν σε μια απλή και αναμφισβήτητη διάγνωση: οι ΗΠΑ ξόδευαν –ξοδεύουν- τα περισσότερα κατά κεφαλήν χρήματα για την υγεία και είχαν –ίσως σε λίγο δεν θα έχουν- ένα από τα χειρότερα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης παγκοσμίως. Ένα σύστημα ηθικά απαράδεκτο και οικονομικά καταστροφικό: με κοντά 50 εκατομμύρια πολίτες, το 15% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, χωρίς καμία προστασία υγείας και επιπλέον αδικαιολόγητα ακριβό για τις υπηρεσίες που προσφέρει. 

Πολλοί Πρόεδροι, από τους δύο Ρούζβελτ ως τον Κλίντον (που είχε αναθέσει τη δουλειά στη γυναίκα του) είχαν προσπαθήσει να το αναμορφώσουν, αλλά σκόνταφταν σε δυο αξεπέραστα εμπόδια, ένα ιδεολογικό και ένα οικονομικό: τον απόλυτο ατομοκεντρισμό της αμερικανικής δημόσιας σφαίρας (όποιος δεν έχει να πληρώσει για την περίθαλψή του, δεν την αξίζει) και την πίεση των πανίσχυρων λόμπις στο χώρο της υγείας. Όλοι απέτυχαν –μέχρι τον Ομπάμα.

Το Μάρτιο του 2009 –από τα δύο ιστορικά επιτεύγματα της Προεδρίας Ομπάμα το Ομπάμα-κέαρ ανήκει στην πρώτη θητεία, ενώ η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής στη δεύτερη- ο νεοεκλεγμένος Πρόεδρος και η νεοδιορισμένη Υπουργός Υγείας Κάθριν Σιμπέλιους ξεκινούν επίσημα τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς παρουσιάζεται το πρώτο σχέδιο που έχει ως πυρήνα την παροχή της δυνατότητας σε όλους τους «αποκλεισμένους» πολίτες να βρουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Λαμβάνοντας υπόψη τους συσχετισμούς δύναμης –μια λυσσαλέα συζήτηση και μια ακόμα πιο λυσσαλέα αντίδραση αρχίζει να λαμβάνει χώρα από γυμναστήριο σε γυμναστήριο και από Δημαρχείο σε Δημαρχείο σε κάθε άκρη της χώρας- ο Πρόεδρος και το επιτελείο του δεν προτείνουν τη δημιουργία ενός δημοσίου συστήματος, αλλά την έμμεση συμμετοχή του κράτους, μέσω επιδοτήσεων, για την πρόσβαση όσο το δυνατό περισσότερων στο ιδιωτικό σύστημα υγείας. Η ηγεσία των Δημοκρατικών, ο Πρόεδρος του κόμματος Χάουαρντ Ντιν και η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι –ένα πρόσωπο που έμελλε να αποδειχθεί κλειδί για την όλη μεταρρύθμιση- επιχειρούν, κυρίως για συμβολικούς λόγους, να υπερασπιστούν την «ορθόδοξη» γραμμή. 

Ο Ομπάμα, έχοντας πάρει το δίδαγμα της αποτυχίας του Κλίντον -που είχε βάλει τον πήχυ πολύ ψηλά και, κυρίως, πολύ «σοσιαλιστικά»- προκρίνει την προσφιλή μέθοδό του: μετριοπάθεια, ρεαλισμός αλλά και επιμονή. Το σύστημα δεν θα είναι –και πάντως δεν θα λέγεται- «δημόσιο», ωστόσο η συμβολή του Κράτους θα είναι κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη: 1 τρις δολάρια σε βάθος 10 χρόνων και κεντρικός ρόλος στην αξιολόγηση των δικαιούχων βοήθειας. 

Στα μέσα Αυγούστου, ο συμβιβασμός βρίσκεται: θα πρόκειται για ένα σύστημα ένταξης τουλάχιστον 30 εκατομμυρίων Αμερικανών που ως τότε δεν διέθεταν καμία περίθαλψη, αλλά με ιδιωτικο-οικονομικούς όρους, δηλαδή με αγορά περίθαλψης από τις ιδιωτικές εταιρίες και με τις ιδιωτικές ταρίφες. Όσοι καταλαβαίνουν τι διακυβεύεται, αλλά και οι γνήσιο Δημοκρατικοί, γκρινιάζουν ότι πρόκειται για μερεμέτι, όλοι οι Ρεπουμπλικάνοι, το 20% τουλάχιστον των Δημοκρατικών και όσοι έχουν συμφέροντα –δηλαδή μια πλειοψηφία διαμορφωτών γνώμης- εξανίστανται για μια επανάσταση σε βάρος του «αμερικανικού τρόπου ζωής».  Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος, η μπάλα της μεταρρύθμισης αρχίζει όμως να κυλάει στο πραγματικό γήπεδο, εκείνο της νομοθετικής εξουσίας. 

Η πρώτη μάχη δίνεται, το Νοέμβριο του 2009, στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι Δημοκρατικοί διαθέτουν άνετη πλειοψηφία, αλλά όλοι οι Δημοκρατικού βουλευτές δεν είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τον Πρόεδρο τους –είναι η σκοτεινή όψη των checks and balances: τα οικονομικά και τοπικιστικά συμφέροντα είναι πιο ισχυρά από την κομματική πειθαρχία και τις ιδεολογικές αρχές. Τελικά το σχέδιο νόμου υπερψηφίζεται από 220 βουλευτές (μεταξύ των οποίων ένας μόνο Ρεπουμπλικανός), ενώ εναντίον ψηφίζουν 215 (μεταξύ των οποίων 39 Δημοκρατικοί). Τα βασικά του σημεία είναι η υποχρέωση των εργοδοτών να ασφαλίζουν υγειονομικά τους εργαζομένους τους (και να καταβάλλουν το 70% των ασφαλίστρων), η απαγόρευση στις ασφαλιστικές εταιρίες να αρνούνται να ασφαλίζουν ή να αυξάνουν τα ασφάλιστρα σε άρρωστους και αναξιοπαθούντες, η κρατική επιδότηση ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων που προέρχονται κυρίως από φόρους και η παροχή κυβερνητικής βοήθειας –επιδότησης σε όσους βρίσκονται έως 150% πάνω από το κατώφλι της φτώχειας. Η πρωτεργάτιδα της υπερψήφισης Νάνσι Πελόζι αναγκάζεται να κάνει μια βαριά παραχώρηση: δεν θα καλύπτεται οτιδήποτε έχει σχέση με τη διακοπή κύησης –το συντηρητικό κομμάτι των Δημοκρατικών είχε εκεί τραβήξει την κόκκινη γραμμή του.

Πιο δύσκολη ήταν η μάχη στη Γερουσία, όπου χρειάζονταν 60 ψήφοι –στους 100- για την υπερψήφιση του σχεδίου. Οι Δημοκρατικοί διέθεταν 58 Γερουσιαστές, συν τον πρώην Δημοκρατικό και αταλάντευτα «φιλελεύθερο» Τζο Λίμπερμαν, δεν είχαν, συνεπώς, την πολυτέλεια να χάσουν καμία δική τους ψήφο, ενώ έψαχναν για μία τουλάχιστον ρεπουμπλικανική. Τη βρήκαν στο πρόσωπό της Ελληνοαμερικανής Ολυμπίας Σνόου, αφού προηγουμένως ψαλίδισαν λίγο την κρατική επιδότηση (870 δις), το ύψος της κάλυψης από τους εργοδότες (50% των εισφορών) και την έναρξη εφαρμογής του δημόσιου σκέλους του προγράμματος (2014). 

Επειδή το νομοσχέδιο πέρασε με ελαφρώς διαφορετικές διατάξεις σε Βουλή και Γερουσία, χρειαζόταν ο τελικός συμβιβασμός-ψήφιση: ήρθε στις 21 Μαρτίου 2010, αργά το βράδυ, με 219 ψήφους υπέρ και 212 κατά –η ομάδα Ομπάμα πέρασε τη σημαντικότερη κοινωνική μεταρρύθμιση μετά το Νιού Ντιλ βελτιώνοντας λίγο το αρχικό της σκορ. Από την ένταση και την κούραση ο επικεφαλής των Δημοκρατών Χάρι Ριντ ψήφισε κατά λάθος εναντίον του πνευματικού του παιδιού –ευτυχώς αυτό το σύστημα επιτρέπει επανόρθωση.  

Το «Ομπάμα-κέαρ», όνομα που δόθηκε στο νόμο από τη στιγμή που το υπέγραψε ο Πρόεδρος, ήταν εξαρχής αντιδημοφιλές και κόστισε –πολιτικά- ακριβά. Ήδη από τον Ιανουάριο του 2010 οι Δημοκρατικοί έχασαν μια από τις πιο σίγουρες και πιο ιστορικές έδρες τους στη Γερουσία, εκείνη που επί δεκαετίες κατείχε ο Τεντ Κένεντι. Στις ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση της Βουλής, το Νοέμβριο του 2010, το κόμμα του Προέδρου συνετρίβη και η πλειοψηφία άλλαξε –αν ήταν έτσι από την αρχή της θητείας του, η μεταρρύθμιση θα ήταν αδύνατη. 

 Τον Ιούνιο του 2012, πέντε μήνες πριν από την προεδρική εκλογή, ξεπεράστηκε το τελευταίο, και ίσως πιο δύσκολο, εμπόδιο: με πλειοψηφία 5 έναντι 4 –και με την ψήφο του διορισμένου από τους Ρεπουμπλικανόυς Προέδρου Ρόμπερτς να καθορίζει το αποτέλεσμα- το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε συνταγματικό το νόμο για την υγειονομική περίθαλψη αντικρούοντας τα επιχειρήματα περί απαράδεκτης ανάμιξης του κράτους, έστω και με τη σολομώντεια λύση ότι δεν επρόκειτο για ανάμιξη σε εμπορική δραστηριότητα αλλά για επιβολή οιονεί φόρου. Με τα όπλα των αντιπάλων του –την κυριαρχία του δόγματος της αγοράς- ο Ομπάμα πρόσφερε στέγη σε 30 εκατομμύρια συμπατριώτες του που βρίσκονταν εκτός αγοράς υγείας.

Το «Ομπάμα-κέαρ» αποτελεί παράδειγμα ατελούς νόμου: δεν δημιούργησε ένα εθνικό σύστημα υγείας, δεν έσπασε τον κύκλο της κερδοσκοπίας, δεν άλλαξε την ατομοκεντρική νοοτροπία των Αμερικανών. Ο Πρόεδρος πολέμησε όμως, υπό πολιτικά σχεδόν απαγορευτικές συνθήκες, την καπηλεία του φόβου (που κήρυττε τη διάλυση της οικονομίας και την επιβράβευση της τεμπελιάς) παίρνοντας ένα ρίσκο σε βάρος των κομματικών  του συμφερόντων και υπέρ του κοινού καλού: το δίχτυ προστασίας απλώθηκε και η δύναμη της πολιτικής αποδείχτηκε. 

Αυτή η δύναμη μπόρεσε πρώτα να χαρίσει μια δεύτερη θητεία στον Ομπάμα και στη συνέχεια να υπερκεράσει τα μεγάλα αρχικά προβλήματα λειτουργίας του εμβληματικού του νόμου –λογισμικό και κρατική σελίδα που δεν λειτούργησαν σωστά, μόνο 100.000 αγορές ασφαλειών τον πρώτο μήνα λειτουργίας, πτώση της δημοτικότητας του Ομπάμα στο 39%. Ήδη από το 2014 οι δαπάνες του συστήματος μειώθηκαν, τα ασφάλιστρα δεν αυξήθηκαν, οι πολίτες το αγκάλισαν και οι ανισότητες -έστω λίγο στη χώρα των μεγάλων μεγεθών- μειώθηκαν. Η αμερικανική σοσιαλδημοκρατία μπορεί να μη θριάμβευσε, έδωσε όμως τα διαπιστευτήρια της στον κόσμο. 

 

5. Μια πράσινη σχεδόν-επανάσταση.

Είναι ίσως το βαθύτερο και το πιο τολμηρό αποτύπωμα της διπλής Προεδρίας Ομπάμα: η επιβολή της αντίληψης ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια αδήριτη πραγματικότητα, η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της και η ανάληψη της ηγεσίας σε μια παγκόσμια προσπάθεια μείωσης των κινδύνων.  Κι όλα αυτά ουσιαστικά έγιναν κατά τη δεύτερη θητεία και με αντίθετο το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικο-οικονομικού κατεστημένου.

Μάλλον επιφανειακός, πριν έρθει στην εξουσία, «περιβαλλοντιστής», ο Ομπάμα απέφυγε τις μεγάλες δηλώσεις στην αρχή της θητείας του. Η σημασία του ζητήματος εντός της συνολικής ατζέντας διαφαινόταν στις προτεραιότητες των επτά πρώτων ημερών, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονταν η επανεξέταση του αιτήματος της Καλιφόρνιας, που είχε απορρίψει ο Μπους, για περιορισμό κατά 30% των ρύπων των αυτοκινήτων, καθώς και η εντολή στην Αρχή Προστασίας του Περιβάλλοντος, που επρόκειτο να αποδειχθεί σε μείζονα παίκτη καθ’ όλη την οκταετία, για θέσπιση προτύπων για την εξοικονόμηση καυσίμων από τα αυτοκίνητα. Η απο-φετιχοποίηση της ιερής αμερικανικής αγελάδας, δηλαδή του αυτοκινήτου, είχε ισότιμη συμβολική σημασία με το διορισμό από τον Ομπάμα, στις βασικές θέσεις της μάχης κατά της κλιματικής αλλαγής, προσωπικοτήτων με πολύ ξεκάθαρες όσο και διαμετρικά αντίθετες με της κυβέρνησης Μπους θέσεις –του Στίβεν Τσου ως Υπουργού Ενέργειας και του Τζέιμς Χόλντρεν ως βασικού επιστημονικού συμβούλου του Προέδρου και προμηθευτή του με τα σχετικά βιβλία.      

Ωστόσο η πρώτη θητεία σφραγίστηκε περισσότερο από αδιέξοδα παρά από κατακτήσεις. Ο Πρόεδρος, κατά την προσφιλή τακτική του, δηλαδή με λήψη υπόψη των συσχετισμών δυνάμεων και χωρίς μεγάλα λόγια, άρχισε μια διπλή παράλληλη διαπραγμάτευση: με τη νομοθετική εξουσία στο εσωτερικό των ΗΠΑ και με τους ξένους ηγέτες ενόψει της παγκόσμιας διάσκεψης για το Κλίμα που επρόκειτο να λάβει χώρα το Δεκέμβριο του 2009 στην Κοπεγχάγη. Κανένα από τα δύο συνδεόμενα μέτωπα δεν έμελλε να ολοκληρωθεί. Το νομοσχέδιο για την καθαρή ενέργεια (Clean Energy and Security Act), που περιείχε δέσμευση για μείωση κατά 17% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ως το 2020, ψηφίστηκε με οριακή πλειοψηφία τον Ιούνιο του 2009 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά θα συναντούσε, ένα χρόνο κι ένα μήνα αργότερα, την αξεπέραστη αντίσταση της Γερουσίας, στην οποία η προεδρική ομάδα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει ούτε μια ρεπουμπλικανική ψήφο. Λόγω του ότι η αμερικανική συμβολή βρισκόταν στον αέρα, η προσωπική προσπάθεια του Ομπάμα στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, στην οποία, από μια  ειρωνεία της Ιστορίας, παρευρέθηκε καθοδόν για την ανάληψη του Νόμπελ Ειρήνης, δεν μπόρεσε να ευοδωθεί και η συμφωνία δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή.

Καθώς έλειψαν τα μείζονα πολιτικά βήματα, ένα τραγικό όσο και απρόβλεπτο περιστατικό έμελλε να αποτελέσει ένα έμμεσο καταλύτη της πρώτης θητείας: η έκρηξη στην πετρελαϊκή εξέδρα Deepwater Horizοn στα ανοιχτά του Κόλπου του Μεξικού, τον Απρίλιο του 2010, και η διάχυση στη θάλασσα και στις ακτές, σε μήκος χιλιάδων μέτρων, εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου. Μια «περιβαλλοντική 11η Σεπτέμβρη», που ο Ομπάμα κατάλαβε αμέσως ότι έπρεπε τουλάχιστον να χρησιμοποιηθεί ώστε να αλλάξει η αντίληψη των Αμερικανών για την προστασία του περιβάλλοντος. Και μάλλον τα κατάφερε, χάρις και στις ηγετικές ικανότητες που εμφάνισε σε όλη τη διάρκεια της πολύμηνης κρίσης, αφού από αυτή τη στιγμή μπορεί να θεωρηθεί ότι τέθηκαν οι βάσεις για τα επιτεύγματα της δεύτερης θητείας: ο Πρόεδρος όχι μόνο ανάγκασε τις πετρελαϊκές εταιρίες να δημιουργήσουν ένα μεγάλο ταμείο αποζημίωσης των θυμάτων αλλά και απέκτησε μια περιβαλλοντική εμμονή που πλέον δεν θα εγκατέλειπε. 

Το Μάιο του 2011 ο Πρόεδρος παρουσίασε ένα σχέδιο για μείωση της εισαγωγής πετρελαίου και εν γένει μείωση της ενεργειακής εξάρτησης των ΗΠΑ από το πετρέλαιο, ενώ το Δεκέμβριο του 2011 υπέγραψε μια μεγάλη συμφωνία με τις αυτοκινητοβιομηχανίες για πιο «πράσινα» αυτοκίνητα, που υπολογίστηκε ότι έσωσε την Αμερική, και την ανθρωπότητα, από δύο δισεκατομμύρια τόνους εκπομπών αερίων. Έστω και οριακά, μια υπόσχεση εκπληρωνόταν –ως προαναγγελία ίσως της κοσμογονίας που θα ακολουθούσε στη δεύτερη θητεία.

Ο Ομπάμα κατάλαβε δύο πράγματα από την εμπειρία της πρώτης θητείας (σε έναν προσωπικό απολογισμό, στο τέλος του 2016, παραδέχτηκε ότι στον Κόλπο του Μεξικού «κόντεψαν να χαθούν όλα»): πρώτον, ότι «αν δεν κάνουμε κάτι για την κλιματική αλλαγή, τίποτα δεν μπορεί να προδικαστεί (all bets are off, που σημαίνει και «τα χειρότερα έρχονται»)΄ και δεύτερον, ότι οι αλλαγές δεν μπορούσαν να προέλθουν μέσω νομοθεσίας (εν τω μεταξύ είχε χάσει την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και ετοιμαζόταν να τη χάσει και στη Γερουσία). Τα εργαλεία από εδώ κι εμπρός επρόκειτο να είναι τα προεδρικά διατάγματα και η συνεργασία με την Αρχή Προστασίας του Περιβάλλοντος. Μια τεράστια διαδήλωση στην Ουάσινγκτον, το Φεβρουάριο του 2013, που τον «ενθάρρυνε» να θυμηθεί τις περιβαλλοντικές υποσχέσεις του, έβαλε το τελευταίο ψυχολογικό λιθαράκι. 

Το μεγάλο σερί αρχίζει τον Ιούνιο του 2014, με τη σειρά μέτρων για μείωση των εκπομπών αερίου κατά 30% ως το 2030. Με ένα άγγιγμα της προεδρικής πένας, που ενέκρινε αντίστοιχες οδηγίες της Αρχής Προστασίας Περιβάλλοντος, ξεπεράστηκε το μπλοκάρισμα των νομοθετικών σωμάτων και εισήλθαν οι ΗΠΑ στην πρωτοπορία του αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής –και μάλιστα με ευελιξία, καθώς τα προεδρικά διατάγματα έδιναν τη δυνατότητα σε κάθε Πολιτεία να βρει εκείνη τα καλύτερα μέσα για να επιτύχει το στόχο. Το Νοέμβριο του 2014 ο Ομπάμα πείθει στο Πεκίνο τον Πρόεδρο της Κίνας να δεσμευθούν μαζί για την παγκόσμια μείωση των εκπομπών αερίου –κάτι που ανοίγει το δρόμο για την επιτυχία της επόμενης παγκόσμιας Συνδιάσκεψης. Το Φεβρουάριο του 2015, ο Πρόεδρος θέτει βέτο στη δημιουργία του τεράστιου αγωγού πετρελαίου Keystone XL που θα συνέδεε υπογείως την Αλμπέρτα του Καναδά με το Μεξικό. Το Απρίλιο του 2015, πάλι μέσω διαταγμάτων και κατόπιν σχετικών οδηγιών της Εθνικής Αρχής Περιβάλλοντος, αποκτά σάρκα και οστά ο νόμος για την Καθαρή Ενέργεια (Clean Power Act), ένα παλίμψηστο μέτρων για την μείωση των εκπομπών, ιδίως από άνθρακα –αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο σταματά την εφαρμογή τους. Το Δεκέμβριο του 2015, ο Ομπάμα ηγείται, στα λόγια και στην πράξη, της Διάσκεψης του Παρισιού, στην οποία επιτυγχάνεται, αυτή τη φορά, η παγκόσμια συμφωνία για τη μείωση των εκπομπών –τίθεται μάλιστα σε εφαρμογή λίγο πριν από το τέλος της θητείας του χάρις και στην έγκαιρη ταυτόχρονη υπογραφή της από τον Αμερικανό και τον Κινέζο Πρόεδρο.

Η διαφορά, στην αντίληψη και στην ουσία, υπήρξε αντικειμενικά τεράστια όχι μόνο σε σχέση με την προεδρία Μπους αλλά και με τις ανάγκες των καιρών. Το δράμα με όλο αυτό το κληροδότημα προς την ανθρωπότητα είναι ότι, μετά την αποχώρηση του Ομπάμα από τη σκηνή, κινδυνεύει σοβαρά: η τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τα μέτρα καθαρής ενέργειας εκκρεμεί, ενώ ο επόμενος Πρόεδρος Τραμπ, που θα διορίσει και ένα τουλάχιστον μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχει ανακοινώσει ότι δεν θεωρεί ότι τον δεσμεύει η Συμφωνία του Παρισιού. Ποτέ δεν έμοιαζε τόσο επίκαιρο, αλλά και τόσο απειλητικό, το goodnight and good luck.

 

6. Ελευθερίες και δικαιώματα.

Ο πιο «σοσιαλιστής» Πρόεδρος της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας δεν θα μπορούσε παρά να έχει στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων και της δράσης του την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μετά τον Τζόνσον και τα μέτρα κατά των φυλετικών διακρίσεων, που πατούσαν πάνω στις αρχές που ο Κένεντι δεν πρόλαβε να υλοποιήσει, κανένας άλλος Πρόεδρος δεν διέθετε μια ρηξικέλευθη ατζέντα στον τομέα αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι τέτοια ατζέντα δεν διέθετε ούτε και ο Ομπάμα, παρά τη εμπνευσμένη από την ιστορία –της χώρας του και τη δική του- ρητορική του υπέρ της ισότητας και της παροχής ευκαιριών σε όλους για ευημερία και αυτοπραγμάτωση. Μία και μόνο εμβληματική υπόσχεση έδωσε πριν εκλεγεί και, όπως θα δούμε, ανανέωνε τακτικά κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του: ότι θα έκλεινε το σύγχρονο στρατόπεδο συγκέντρωσης υπόπτων τρομοκρατίας στο Γουαντάναμο της Κούβας. Εμβληματική υπόσχεση κι εμβληματική αποτυχία, που, ακριβώς λόγω αυτής της διπλής εμβληματικότητας, σφραγίζει το σύνολο της σχετικής δράσης του Ομπάμα.         

Η αποτυχία οφείλεται περισσότερο στο ταμπεραμέντο και στη μέθοδο του Προέδρου παρά σε αλλαγή κατεύθυνσης ή στην έλλειψη προσπάθειας. Ήδη την τρίτη μέρα από την ανάληψη των καθηκόντων του, στις 22 Ιανουαρίου 2009, ο Ομπάμα υπέγραψε διάταγμα για –μελλοντικό- κλείσιμο του Γουαντάναμο και, λίγο αργότερα, κατάργησε ένα τμήμα του (το περιώνυμο Camp Delta) και απαγόρευσε το «waterboarding», αυτή την «τεχνική» εικονικού πνιγμού που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον και σχεδόν ανοιχτά επί Μπους για την απόσπαση ομολογιών από τους κρατούμενους –και την οποία υποσχέθηκε να επαναφέρει, και μάλιστα «στο πολλαπλάσιο», ο Τραμπ. Στο λόγο του για την εθνική άμυνα, το Μάιο της ίδιας χρονιάς, ο Ομπάμα ανέλυσε με απόλυτη καθαρότητα και ακρίβεια γιατί έπρεπε να κλείσει το Γουαντάναμο –«πλήττει το κράτος δικαίου», «είναι αντι-οικονομικό και αναποτελεσματικό», «πρόκειται για μια χάλια κατάσταση (a mess) και για προσπάθεια προς τη λάθος κατεύθυνση (a misguided experience)»-, εξήγγειλε το στόχο του –«δεν θα ελευθερωθούν οι κρατούμενοι αλλά θα μεταφερθούν σε αμερικανικές φυλακές»- και προσδιόρισε τη στιγμή του κλεισίματος: σε ένα χρόνο από αυτές τις δηλώσεις. 

Μια ψηφοφορία που είχε λάβει χώρα στη Γερουσία μια μέρα πριν και με την οποία είχε αποκλειστεί, με ψήφους 90 έναντι 9, η κρατική χρηματοδότηση για το κλείσιμο του στρατοπέδου, θα μπορούσε να τον είχε κάνει πιο συγκρατημένο. Ο Ομπάμα προτίμησε να μείνει πιστός στη μέθοδό του: αναγγέλλουμε επί της αρχής και μετά βλέπουμε και κάνουμε. Αυτό που είδαμε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η σταδιακή αλλά σταθερή αποδόμηση μιας πρόθεσης που ποτέ δεν έλαβε τα χαρακτηριστικά σχεδίου.

Το χρονοδιάγραμμα δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα μέτρα. Αντίθετα, άρχισαν αμέσως οι «εκπτώσεις»: άρνηση να κλείσει και το άλλο στρατόπεδο της ντροπής, στο Μπαγκράμ του Αφγανιστάν΄ μη απαγόρευση της «μεταφοράς» (βλέπε: απαγωγών) υπόπτων για τρομοκρατία από τη ΣΙΑ΄ εντολή να ξαναρχίσουν οι δίκες κρατουμένων μέσα στο Γουαντάναμο, αφού το Δεκέμβριο του 2010 το Κογκρέσο απαγόρευσε τη μεταφορά κρατουμένων σε αμερικανικό έδαφος΄ επιβολή (το Μάρτιο του 2011) μέτρου «προσωρινής» κράτησης χωρίς χρονικό όριο για 47 από τους 172 κρατούμενους, το οποίο μετατράπηκε σε νόμο (τον Ιανουάριο του 2012) για την επ’ αόριστο κράτηση των «ύποπτων» για τρομοκρατία. Τον Απρίλιο του 2013, ο Πρόεδρος έφτασε μάλιστα να υποβάλει στα νομοθετικά σώματα πρόταση, που δεν συζητήθηκε ποτέ, για διάθεση ποσού 200 εκατομμυρίων δολαρίων για «βελτιώσεις» στο Γουαντάναμο.

Το μη κλείσιμο συνοδεύτηκε πάντως από δύο σημαντικές, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχών, βελτιώσεις. Την απαγόρευση των βασανιστηρίων, στη συνέχεια και της δημοσιοποίησης φριχτών όσο και αποκαλυπτικών εκθέσεων από τη ΣΙΑ (τον Απρίλιο του 2009), τα Γουίκιλικς και τη Γερουσία (Έκθεση Φάινστάιν, το Δεκέμβριο του 2014), καθώς και την εγκαθίδρυση μιας δικαστικής διαδικασίας με πιο αντικειμενικές εγγυήσεις, ιδίως μέσω ενός «ανεξάρτητου πάνελ». Οι δίκες μπορεί να μη μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ αλλά οι κρατούμενοι διαθέτουν εφεξής τα αμερικανικά δικονομικά όπλα για την υπεράσπιση τους –λίγοι βέβαια απαλλάχτηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Στην αρχή (Απρίλιος 2103) και στο τέλος (Φεβρουάριος 2016) της δεύτερης θητείας του, ο Ομπάμα θα επαναλάμβανε ότι ήθελε να κλείσει το Γουαντάναμο, αλλά πλέον το μπλοκάρισμα από τα νομοθετικά σώματα, η απροθυμία των Ευρωπαίων να δεχτούν κρατούμενους στο δικό τους έδαφος (μόνο η Ουρουγουάη του Μούχικα το έκανε, το Δεκέμβριο του 2014) και η δική του αναποφασιστικότητα είχαν γείρει οριστικά τη ζυγαριά. Το Γουαντάναμο έμεινε ανοιχτό –και, με την προεδρία Τραμπ στον ορίζοντα, είναι πιθανό να γνωρίσει μέρες νέας δόξας. Οι κρατούμενοι μειώθηκαν από 242 σε 191, τα βασανιστήρια απαγορεύτηκαν επισήμως –αλλά το κράτος δεν πολυκοιτάει-, οι συνθήκες κράτησης βελτιώθηκαν ελαφρά και οι δίκες διαθέτουν λίγα περισσότερα τυπικά εχέγγυα: στην ουσία ο Ομπάμα νικήθηκε.

Αντιφατικές με κάποιες αναλαμπές υπήρξαν οι αποφάσεις και στο λοιπό πεδίο των δικαιωμάτων. Επί Ομπάμα βελτιώθηκε σημαντικά η κατάσταση στον τομέα της ισότητας των φύλων (η πρώτη προεδρική υπογραφή αφορούσε στη διευκόλυνση της αναζήτησης αποζημίωσης σε περίπτωση άνισης μισθολογικής μεταχείρισης ανδρών και γυναικών –«νόμος Λίλι Λεντμπέτερ»), ενώ η νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων και η κατάργηση του «δόγματος της σιωπής» («don’t ask, don’t tell”) για τις σεξουαλικές προτιμήσεις εντός του στρατεύματος συνιστούν ουσιαστικά και συμβολικά φορτισμένα βήματα ισονομίας. Η εγκαθίδρυση της «ουδετερότητας του Διαδικτύου» (μέσο γνώσης και όχι εμπορίου ή προπαγάνδας) συμβαδίζει με μια μοντέρνα και προστατευτική των δικαιωμάτων φιλοσοφία. Το διάταγμα (το Σεπτέμβριο του 2014) για τη μη απέλαση 11 εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών έδειξε ότι ο λαϊκισμός της κοινωνίας και των νομοθετικών σωμάτων μπορεί να νικηθεί από την προεδρική βούληση. Αντίθετα, στο πεδίο προστασίας της ιδιωτικότητας, ο Ομπάμα αντέδρασε αποσπασματικά, άτολμα και υπερβολικά «θεσμικά» στο τσουνάμι των αποκαλύψεων Μάνινγκ, Ασάνζ, Σνόουντεν, ενώ η ανθρωπότητα έμαθε ότι, επί ενός τέτοιου Προέδρου, οι διάφορες αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν μαζικά πολίτες, δημοσιογράφους και ξένους ηγέτες (κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς στοίχισε στην Καγκελάριο Μέρκελ η αδυναμία της στα γραπτά μηνύματα). Αδικαιολόγητα σκληρή υπήρξε, όχι με ευθύνη του Προέδρου αλλά και χωρίς ανάμιξη του, η αντίδραση της αστυνομίας, το Νοέμβριο του 2011, έναντι του «κινήματος» Occupy Wall Street για πιο διαφανή και δίκαιη λειτουργία των αγορών –ενός κινήματος στο οποίο ο φοιτητής και ο ακτιβιστής Ομπάμα θα μπορούσε κάλλιστα, στις μέρες της αθωότητας, να έχει συμμετάσχει.  

Στο συνολικά μη θετικό απολογισμό θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την υπαρκτή, σε όλη σχεδόν τη θητεία και σε όλα τα μέτωπα, αντίσταση των νομοθετικών σωμάτων και επιπλέον, ειδικά για τα δικαιώματα, τον εξαιρετικά κρίσιμο και πιο ανοιχτά πολιτικό από ποτέ ρόλο του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ο Ομπάμα έκανε μία και μοναδική κίνηση, διορίζοντας τη φιλελεύθερη και εκτός ελιτίστικου κυκλώματος δικαστή Σόνια Σοτομαγιόρ, το Μάρτιο του 2009. Από εκεί και πέρα, το δικαστήριο δεν του έκανε κανένα δώρο, αν και είναι αλήθεια ότι σχεδόν σε όλες τις μεγάλες αποφάσεις του τον δικαίωσε, πάντα με πλειοψηφία 5-4: και στους γάμους ομοφυλοφίλων (τον Ιούνιο του 2013, αν και πετώντας τη μπάλα στις Πολιτείες) και στο «Ομπάμακέαρ» (τον Οκτώβριο του 2013, αν και θεωρώντας την υγεία εμπορικό αγαθό) και στο νόμο για τη μείωση εκπομπών αερίων (τον Ιούλιο του 2013, αν και υπογραμμίζοντας το ρόλο της ανεξάρτητης αρχής περιβάλλοντος ως σημαντικότερο από του Προέδρου). Ο Πρόεδρος «έχασε» στο ζήτημα της θανατικής ποινής που παραμένει νόμιμη (Ιούλιος του 2013) και στο ζήτημα της χωρίς όριο χρηματοδότησης των προεκλογικών δαπανών (Ιούνιος 2014). Το ίδιο το σύστημα δικαιοσύνης όμως είναι αυτό που έχασε από το επεισόδιο της μη αναπλήρωσης του αποθανόντος δικαστή Σκαλία, λόγω της άρνησης της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας να επιτελέσει το συνταγματικό της καθήκον. Τώρα και αυτή η ευθύνη περνάει στον Τραμπ, ο οποίος, με ένα πλειοψηφικά συντηρητικό δικαστήριο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιχειρήσει να συρρικνώσει δικαιώματα και ελευθερίες. 

Ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου Ομπάμα μπορεί να μην τα έκανε να ανθίσουν, αλλά τουλάχιστον δεν τα αγνόησε και δεν τα περιόρισε. Όπως συμβαίνει για τις περισσότερες από τις δράσεις του, δεν είναι αρκετό, αλλά αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι και διόλου λίγο.

 

7. Πόλεμος και ειρήνη    

Περισσότερο από εξωτερική πολιτική με την παραδοσιακή έννοια των παράλληλων κινήσεων σε πολλά μέτωπα, ο Πρόεδρος Ομπάμα αντιλήφθηκε από την αρχή της θητείας του ότι ο κόσμος περίμενε από αυτόν κάτι πιο συνολικό: μια άλλη αντίληψη της Αμερικής για τις διεθνείς σχέσεις, μια διαφορετική αντιμετώπιση της αιώνιας και άλυτης διαπάλης ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Κι όσο κι αν είναι αλήθεια ότι δεν του έλειψαν ούτε οι πόλεμοι, τους οποίους συνήθως δεν θέλησε, ούτε οι ειρηνευτικές προσπάθειες, έστω κι αν οι περισσότερες έμειναν ημιτελείς, το τελικό αποτέλεσμα είναι όχι μόνο άνισο αλλά και γριφώδες.  

Ο Ομπάμα κληρονόμησε δύο πολέμους από τον μικρό Μπους –στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν- και ενεπλάκη, με διαφορετικό τρόπο, σε άλλους δύο –στη Λιβύη και τη Συρία. Από την αρχή ανακοίνωσε και μέχρι το Σεπτέμβριο του 2010 ολοκλήρωσε την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ –οι περίπου 10.000 άνδρες που παραμένουν δεν έχουν στρατιωτικό ρόλο αλλά υποβοηθητικό των πελαγωμένων ιρακινών αρχών. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν μάλιστα να παρέμβουν ακόμα και όταν τους ζητήθηκε από τις ιρακινές αρχές, το Σεπτέμβριο του 2014. Η κατάσταση στη χώρα βέβαια κάθε άλλο παρά είναι ομαλή αλλά, όπως ισχύει σε όλες σχεδόν τις σχετικές συρράξεις και τα επακόλουθά τους, η Αμερική δεν είναι δυνατόν να είναι συγχρόνως στρατιωτικά αμέτοχη και εγγυήτρια της κοινωνικής ειρήνης. 

Στο Αφγανιστάν, αντίθετα, παρά τις αρχικές διακηρύξεις, ο Ομπάμα αποφάσισε, το Δεκέμβριο του 2009, να στείλει 30.000 επιπλέον στρατιώτες για να αναχαιτίσουν έναν εχθρό που είχε πάψει να είναι η Αλ Κάιντα και είχε πάρει την ακόμα απειλητικότερη –και για τους κατοίκους του ίδιου του Αφγανιστάν και για την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή- μορφή της «δεύτερης γενιάς» των Ταλιμπάν. Ο εκ προοιμίου αδύνατον να κερδηθεί ανταρτοπόλεμος συνεχίστηκε, αποτελέσματα, πέρα από την επαναβύθιση της χώρας στο χάος, δεν υπήρξαν, κι έτσι το Μάιο του 2012 ο Ομπάμα ανακοίνωσε σταδιακή απόσυρση, που αναβλήθηκε για το τέλος του 2014, αλλά με αναβολή της αναβολής παραμένουν ακόμα 5.500 στρατιώτες. Ούτε ο πόλεμος τέλειωσε, ούτε η χώρα κυβερνάται, ούτε προοπτικές υπάρχουν: δίπλα-δίπλα με την εμπειρία του Ιράκ, το μάθημα ότι ούτε η ανάμιξη ούτε η μη ανάμιξη είναι πανάκεια κατέστη περισσότερο από σαφές. 

Στη Λιβύη, μετά από αρκετούς δισταγμούς, και μπροστά όχι μόνο στην αποκάλυψη –που δεν ήταν δα και καινούργια- του πραγματικού προσώπου του καθεστώτος, αλλά κυρίως στη σχεδόν ομόφωνη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, ο Ομπάμα αποφάσισε, το Μάρτιο του 20111, ότι έπρεπε να τελειώσει τον Καντάφι. Η πρώτη φάση, της στρατιωτικής επέμβασης και της γρήγορης πτώσης του ίδιου του τρελού δικτάτορα και του καθεστώτος του, μπορεί να θεωρηθεί ότι στέφθηκε από επιτυχία. Όμως η δεύτερη και πιο κρίσιμη φάση της εγκαθίδρυσης μιας κυβέρνησης που να μπορεί να διοικήσει και να ενώσει χωρίς ξένες παρεμβάσεις, έμεινε εντελώς στον αέρα. Η Λιβύη είναι σήμερα «ελεύθερη» αλλά χωρίς κράτος και εξουσία και με έναν εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο η διεθνής κοινότητα απλώς δεν ενδιαφέρεται. Αφημένη στη μοίρα της και με μόνο φύλλο συκής ότι είναι μια μοίρα μη εξαγόμενη.

Δεν ισχύει το ίδιο για τη Συρία, που αποτέλεσε ίσως τη δυσκολότερη δοκιμασία αλλά και πιθανότατα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, τη μεγαλύτερη αποτυχία του Ομπάμα ως στρατιωτικού ηγέτη. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν να κρατήσουν μια σχετικά ήπια στάση απέναντι στο καθεστώς Άσαντ και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε –δηλαδή εξολόθρευε- τους εσωτερικούς αντιπάλους του, μη θέλοντας να προκαλέσει την παραδοσιακή προστάτιδα της Συρίας Ρωσία αλλά και αντλώντας μαθήματα από την αναποτελεσματικότητα των επεμβάσεων τόσο στο Ιράκ όσο και στη Λιβύη. Στις 20 Μαρτίου του 2013, όμως, με την ένταση του εμφυλίου πολέμου και τη βαρβαρότητα του καθεστώτος να εντείνονται διαρκώς, αυτοκλήτως ο Ομπάμα τράβηξε μια «κόκκινη γραμμή»: οποιαδήποτε επίθεση με χημικά κατά αμάχων θα σηματοδοτούσε επέμβαση των ΗΠΑ για ανθρωπιστικούς λόγους. Επίθεση κατά αμάχων με την ουσία «σαρίν» –δεν ήταν η μόνη αλλά εκείνη που πήρε τη μεγαλύτερη δημοσιότητα- έλαβε χώρα στις 21 Αυγούστου του 2013 στη Δαμασκό και μάλιστα ο ίδιος ο Υπουργός Εξωτερικών Κέρι τη χαρακτήρισε δολοφονική και αποδεδειγμένη. Η κόκκινη γραμμή είχε ξεπεραστεί. Ο Ομπάμα, αφού πρώτα ανακοίνωσε την πρόθεση των ΗΠΑ να χτυπήσουν στη Συρία, αποφάσισε, μετά από μια μυστηριώδη βόλτα 45 λεπτών στους κήπους του Λευκού Οίκου με τον προσωπάρχη του, να ζητήσει πρώτα την έγκριση του Κογκρέσου, την οποία ήξερε ότι δεν μπορούσε να λάβει, αφού και πολλοί Δημοκρατικοί ήταν αντίθετοι. Ψάχνοντας και  μη βρίσκοντας νομική και πολιτική αιτιολόγηση (ο Πρόεδρος δεν είχε άδικο ούτε θεωρώντας ότι δεν υπήρχε καμία «καθαρή» λύση, ούτε συνυπολογίζοντας την αντίστοιχη άρνηση του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ούτε σκεπτόμενος ότι χρειαζόταν το πράσινο φως του Κογκρέσου ενόψει πιθανής κλιμάκωσης του πολέμου), ο Ομπάμα έπεσε στην παγίδα της αυτοαναίρεσης από υπερβολική ψυχραιμία. Η αποφυγή ενός άγνωστης, εκτός από την πτώση του Άσαντ, έκβασης και  πολυμέτωπου πολέμου είχε ως εξαιρετικά βαρύ τίμημα το δράμα του συριακού λαού, που σφραγίστηκε στο τέλος του 2016 με την ανακατάληψη και τη σφαγή στο Χαλέπι, την ενδυνάμωση του καθεστώτος Άσαντ, τη στρατιωτική και πολιτική νίκη της Ρωσίας και του Πούτιν προσωπικά, τη βύθιση όλης της περιοχής στο γεωπολιτικό χάος και, πιο έμμεσα αλλά ίσως πιο κρίσιμα από οτιδήποτε άλλο, την επιβίωση, αν όχι ενδυνάμωση, του ισλαμικού Κράτους και τη «δικαιολόγηση» του ολοκληρωτικού πολέμου του έναντι της Δύσης. Τα όρια του «σκέψου τα πάντα πριν δράσεις» βρίσκουν στην περίπτωση της Συρίας τη δραματική κορύφωσή τους, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι συνέπειες μιας επέμβασης το Σεπτέμβριο του 2013 θα ήταν αναγκαστικά καλύτερες.

Αντιλαμβανόμενος την αποτυχία του στη Συρία, ο Ομπάμα ανακοίνωσε ότι θα έστρεφε εφεξής τις προσπάθειες του σε δύο μεγάλα μέτωπα: το Ιράν και το πυρηνικό του πρόγραμμα αφενός, την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή από την άλλη. Στο πρώτο κατήγαγε μια μεγάλη διπλωματική νίκη: η συμφωνία του Ιουλίου του 2015 (που επικυρώθηκε μάλιστα τον Αύγουστο από ένα εχθρικότατο Κογκρέσο) για σταμάτημα των προσπαθειών του Ιράν για δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου με αντάλλαγμα την άρση του αμερικανικού και δυτικού εμπάργκο και την προώθηση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με το καθεστώς της Τεχεράνης, αποτελεί μια τολμηρή και ελπιδοφόρα πρωτοβουλία. Γενικότερα στον τομέα του ελέγχου των πυρηνικών όπλων, ο Ομπάμα κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες και είχε απτά αποτελέσματα: ανάληψη της παγκόσμιας ηγεσίας στον αγώνα κατά των πυρηνικών (λόγος της Πράγας, Απρίλιος 2009), εγκατάλειψη της πυραυλικής ασπίδας στην Ανατολική Ευρώπη με αντάλλαγμα τον πυρηνικό αφοπλισμό με το Ιράν (Σεπτέμβριος του 2009), συμφωνία περιορισμού πυρηνικών όπλων με τη Ρωσία (τον Απρίλιο του 2010), διεθνής διάσκεψη για την αποτροπή πρόσβασης τρομοκρατικών οργανώσεων στα πυρηνικά (επίσης τον Απρίλιο του 2010). Το ότι παράλληλα ενέκρινε μια συνολικού ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων «ανανέωση» του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου δεν είμαι σίγουρος αν συνιστά αντίφαση… 

Ο Ομπάμα όμως ηττήθηκε, σχεδόν χωρίς αγώνα, στο μέτωπο της ειρήνευσης μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης. Στην αρχή οι ιδέες και τα σχέδια δεν του έλειψαν: «λύση 57 κρατών» (απόσυρση Ισραήλ από τα εδάφη του 1967 και σταμάτημα εποικισμών σε αντάλλαγμα με αναγνώριση και παραχώρηση δικαιώματος εισόδου και υπερπτήσεων από τα αραβικά κράτη), δέσμευση για λύση στη βάση «2 χώρες, όχι έποικοι, όχι βία» (λόγος του Καϊρου, τον Ιούνιο του 2009), έντονες διπλωματικές προσπάθειες, διμερείς και τριμερείς συναντήσεις το 2009 και το 2010. Όλα έμειναν μετέωρα λόγω κυρίως της άρνησης του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου –του ξένου ηγέτη με τον οποίο ο Ομπάμα είχε, σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, τη χειρότερη σχέση- να κάνει την παραμικρή υποχώρηση στα θέματα των εποίκων, αλλά και λόγω της στροφής του ενδιαφέροντος της παγκόσμιας κοινότητας σε άλλες πιο επικίνδυνες εστίες. Συνέβαλε όμως και η αδυναμία της αμερικανικής ηγεσίας να προτείνει οτιδήποτε απτό από ένα σημείο και μετά και ιδίως κατά τη δεύτερη θητεία, όταν ο Τζόν Κέρι διαδέχθηκε τη Χίλαρι Κλίντον στο Υπουργείο Εξωτερικών. 

Ο Ομπάμα προσπάθησε και εν μέρει κατάφερε να θέσει σε νέες βάσεις τη σχέση των ΗΠΑ με τη Ρωσία, αλλά τα πήγε –προφανώς- καλύτερα με Πρόεδρο τον Μεντβέντεφ, με τον οποίο υπέγραψε τη συμφωνία μείωσης των πυρηνικών, παρά με τον Πούτιν, ο οποίος, ιδίως μέσα από την περιπέτεια της Συρίας, ενισχύθηκε και αποτελεί ανοιχτή απειλή για τη διεθνή τάξη που ονειρευόταν ο Αμερικανός Πρόεδρος –και ίσως και όλοι μας. Βρήκε μπροστά του μια πολύ ισχυροποιημένη Κίνα, στην οποία δεν κατάφερε να επιβάλει βελτίωση στον τομέα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά την οποία κατέστησε σύμμαχο σε δύο σημαντικές διεθνείς συμφωνίες: για την μείωση των εμπορικών δασμών (Νοέμβριος 2014) και ιδίως για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Βελτίωσε τις σχέσεις των ΗΠΑ με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, ακόμα και την εποχή, περασμένη πια, που κυριαρχούσαν εκεί οι αριστεριστές ηγέτες, η δε συμφωνία (Δεκέμβριος 2014) και επίσκεψη (Μάρτιος 2016) στην Κούβα είναι βέβαιο ότι ανοίγει νέους δρόμους και για τις δύο χώρες. Περιέργως, δεδομένης της καταγωγής αλλά και της πολιτικής φιλοσοφίας του, ο Ομπάμα αμέλησε σχετικώς την Αφρική (ο ωραίος λόγος στη Γκάνα, τον Ιούλιο του 2009, δεν ακολουθήθηκε από κάτι απτό) και την Ευρώπη (ο επίσης ωραίος λόγος περί του δημοκρατικού «μοντέλου» της ήρθε μόλις τον Απρίλιο του 2016 και ισχυροποιήθηκε με το Λόγο της Αθήνας, το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς). Οι Έλληνες δεν πρέπει να ξεχνάμε πάντως ότι μας έσωσε δυο τουλάχιστον φορές, στη διάρκεια της κρίσης, από της Μέρκελ (δηλαδή του Σόιμπλε) τα δόντια, ενώ συνδεόμαστε πλέον ιστορικό μαζί του και μέσω του Λόγου των Αθηνών. 

Μετά από όλα αυτά, υπάρχει άραγε, και πώς αποτιμάται, «δόγμα Ομπάμα» για την ειρήνη στον κόσμο; Ο ίδιος προσπάθησε να διατυπώσει κάποιες γενικές αρχές, ξεκινώντας από το λόγο που έβγαλε στο Όσλο, το Δεκέμβριο του 2012, με την ευκαιρία της απονομής σε αυτόν του αναπάντεχου όσο και πρόωρου, και τελικά αδικαιολόγητου, βραβείου Νομπέλ Ειρήνης: «πρέπει να σκεφτούμε με νέους τρόπους τον πόλεμο και την ειρήνη», «είμαι μια ζωντανή απόδειξη της ηθικής δύναμης της μη βίας», «τα μέσα του πολέμου έχουν ένα ρόλο να παίξουν στη διατήρηση της ειρήνης». Τα μέσα αυτά δικαιολογούνται μόνο αν συνδέονται με ανθρωπιστικούς σκοπούς, υπακούουν σε διεθνείς κανόνες, δεν αναλαμβάνονται από μια χώρα μόνη της και οδηγούν «όχι σε μια οποιαδήποτε ειρήνη, αλλά σε μια δίκαια ειρήνη». Ο Ομπάμα θα τιμούσε αυτή τη θεωρία εγκαταλείποντας, και φραστικά (λόγος του Καϊρου) και έμπρακτα τον «πόλεμο με το Ισλάμ» και γενικά αναβαθμίζοντας τις ΗΠΑ σε συγκρατημένη φωνή παγκόσμιας αποτροπής. Αλλά και θα την αρνιόταν δυο τουλάχιστον φορές: εγκαταλείποντας πλήρως, μετά την τραυματική εμπειρία της Συρίας, την ιδέα των στρατιωτικών παρεμβάσεων (λόγος στη Στρατιωτική Ακαδημία του Γουεστπόιντ, το Μάιο του 2014). Και κυρίως κάνοντας ευρεία και διαρκή χρήση των μη επανδρωμένων πολεμικών αεροσκαφών (drones), ταυτιζόμενος έτσι σχεδόν με ένα είδους έμμεσου και εξ αποστάσεως «πολέμου» κατά της τρομοκρατίας, της οποίας σκότωσε τον επιφανέστερο εκπρόσωπο (τον Μπιν Λάντεν, την 1η Μαΐου του 2011) όχι όμως και την παγκόσμια εξάπλωση (μάλιστα της «επέτρεψε», μέσω Ισλαμικού Κράτους, να εξαπλωθεί και στην Ευρώπη).

Ούτε περιστέρι ούτε γεράκι, ο Ομπάμα αποδείχτηκε, και σε αυτόν τον τομέα, ένας διανοούμενος πραγματιστής, που προσπάθησε πολύ και καλόπιστα αλλά προδόθηκε αρκετές φορές από τη διάνοια και τον πραγματισμό του. 

 

8. Το φυλετικό ζήτημα

Είναι το μεγάλο παράδοξο –και, υπ’ αυτή την έννοια μια πηγή απογοήτευσης- της Προεδρίας Ομπάμα: ο Πρόεδρος που όχι μόνο διακήρυξε αλλά και έβαλε ως στόχο τη δημιουργία μιας «μετα-ρατσιστικής (post-racial) Αμερικής», και που το 75% των συμπατριωτών του πίστεψε αρχικά ότι ήταν ικανός να το επιτύχει, είδε να αυξάνεται, στη διάρκεια των δυο θητειών του, η ανισότητα σε βάρος των 39 εκατομμυρίων μαύρων της Αμερικής και να χειροτερεύει, με οικονομικούς όρους, η κατάσταση αυτού του 13% του πληθυσμού των ΗΠΑ. 

Από τον Ομπάμα δεν έλειψαν, και σε αυτή την περίπτωση, ούτε οι καλές προθέσεις, ούτε τα σωστά λόγια, ούτε η αίσθηση της Ιστορίας: ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα ας θυμηθούμε το ταξίδι στη Γκάνα τον Ιούλιο του 2009 και την αποκατάσταση του δεσμού μεταξύ δουλείας και «μαύρης κατάστασης», το προσκύνημα στη Σέλμα το Μάρτιο του 2015 και την υπέρβαση των φυλετικών αντιδικιών μέσω του αγώνα για τα δικαιώματα. Πλήρωσε όμως μια σειρά από παράγοντες που δεν οφείλονται, είναι αλήθεια, όλοι σε δικές του επιλογές: το γεγονός ότι το τόσο α-τυπικό φυλετικό (μιγάς και μάλιστα πολύ-πολιτισμικός) και ιδιοσυγκρασιακό (πολύ μορφωμένος και πολύ ρεαλιστής) προφίλ του έκανε τη μαύρη κοινότητα να τον θεωρεί έναν «μη μαύρο» μαύρο Πρόεδρο και μεγάλα τμήματα της λευκής πλειοψηφίας –αυτά που θα έδιναν φέτος τη νίκη στον Τραμπ- να τον κατηγορεί για εξτρεμισμό αλλά και για «αντι-αμερικανισμό»’  την τακτική των ίσων αποστάσεων που υιοθέτησε πριν ακόμα έλθει στην εξουσία: στον πρώτο λόγο με τον οποίο έγινε γνωστός στο αμερικανικό κοινό, στη Συνδιάσκεψη των Δημοκρατικών το 2004, ο Ομπάμα διατύπωσε, κι έκτοτε ακολούθησε, την αρχή «Δεν υπάρχει μαύρη Αμερική και λευκή Αμερική, υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής»΄ τη μετατροπή του μίσους, εναντίον του και εναντίον της γενικής κατάστασης των πραγμάτων, και της βίας, φραστικής και σωματικής, σε γυμνά όπλα που επανέφεραν την τραγωδία του αμερικανικού ρατσισμού ορμητικά στο προσκήνιο.

Στη βία αυτή σκόνταψε ο Ομπάμα, και δεν μπόρεσε ποτέ να την ξεπεράσει. Όταν από την αρχή της θητείας του οι οπαδοί του Κόμματος του Τσαγιού είχαν το θράσος να οργανώσουν αντι-διαδήλωση με σύνθημα την αποκατάσταση της (λευκής) τιμής της Αμερικής την ίδια τη μέρα της επετείου του «I have a dream” του Martin Luther King (28 Αυγούστου 2010), τα χειρότερα δεν μπορούσαν παρά να έρθουν. Και τα χειρότερα ήταν αυτή η ατέλειωτη σειρά ρατσιστικών επιθέσεων, από την Αριζόνα και τη Γερουσιαστή Gabby Gifford (Ιανουάριος 2011), μια λευκή αλλά μια υπέρ της ισότητας λευκή στον Άγριο Νότο, ως τη Λουιζιάνα του 2016, περνώντας από τις δολοφονίες μαύρων πολιτών από αστυνομικούς και το ξέσπασμα της βίας στη Φλόριδα το Φεβρουάριο του 2012, το Μισούρι, τη Βαλτιμόρη, τη Νέα Υόρκη, το Φέργκιουσαν, μέσα στο ματωμένο 2014, το Τσάρλεστον, τον Ιούνιο του 2015. Η κραυγή «Δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε» της μαύρης κοινότητας μετά τα γεγονότα του Φέργιουσον δεν μπορεί παρά να τρύπησε τ’ αυτιά και την ψυχή του πρώτου μη λευκού Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.           

Ο Ομπάμα δεν λύγισε ούτε άλλαξε πορεία μπροστά στη φυλετική βία, δεν πήρε όμως, λόγω της θεωρίας των ίσων αποστάσεων, και τα μέτρα εκείνα που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν ή έστω να την απαλύνουν. Τίμησε την αξιοπρέπεια των μαύρων και του αγώνα τους: για τον Trayvon Martin, το νεκρό της Φλόριδα, δεν δίστασε να πει «Αν είχα γιό, θα του έμοιαζε», ενώ μετά τη δολοφονία εννέα μαύρων από ένα έναν ένοπλο λευκό στη εκκλησία του Τσάρλεστον βρήκε τον τρόπο να συνδέσει την άσκοπη θυσία με τον άσβηστο αγώνα. Παράλληλα, και πιο ουσιαστικά, πάλεψε να διασώσει, και διέσωσε από τα δόντια των όλο και πιο εχθρικών κοινοβουλευτικών σωμάτων, ένα μίνιμουμ προστασίας –Ομπάμακεαρ, δωρεάν τροφή- για τους πιο ανυπεράσπιστους, ανάμεσα στους οποίους παραδοσιακά ανήκουν πολλοί μη λευκοί Αμερικανοί. Δεν κατάφερε όμως να ισορροπήσει κοινωνικά και οικονομικά λευκούς και μαύρους (το εισόδημα των δεύτερων έπεσε κατά ένα δέκατο μετά το 2009), με αποτέλεσμα αυτή η ανισότητα να πυροδοτήσει το μίσος των δε και τη διάψευση των ελπίδων των δε.

Η βία γέννησε τη βία στα χρόνια του μαύρου Προέδρου και στράφηκε κυρίως κατά της μαύρης μειοψηφίας. Αν βρήκε τα λόγια για να εκφράσει την ψυχή και τον αγώνα τους, δεν πήρε τα μέτρα που θα βελτίωναν την κατάσταση στους βασικούς θύλακες του αμερικανικού ρατσισμού: το Νότο, τα σχολεία και τις φυλακές. Από την επιθυμία του να μη γίνει ο «Πρόεδρος των μαύρων», ο Ομπάμα δεν μπόρεσε να αποφύγει να γίνει ο Πρόεδρος που περισσότερο από κάθε άλλον καθρέφτισε –και έτσι, έστω έμμεσα, ανέχτηκε- το ρατσισμό στην όλο και πιο διαιρεμένη χώρα του.

 

9. Αστοχίες και υστερήσεις

Για τους τομείς πολιτικής στους οποίους δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες ο Ομπάμα έχουμε ήδη μιλήσει: Γουαντάναμο, Μέση Ανατολή και Συρία, εξισορρόπηση πλούσιων και φτωχών, λευκών και μη λευκών στην Αμερική, βελτίωση της διεθνούς ασφάλειας και συνεργασίας. Όμως, πέρα από τους ειδικούς τομείς, στους οποίους ποτέ κανείς Πρόεδρος σε καμία χώρα δεν τα έκανε όλα σωστά, αυτός ειδικά ο Πρόεδρος θα πρέπει να κριθεί και με βάση την υπόσχεση που ο ίδιος είχε δώσει ότι «θα έκανε καλύτερη την πολιτική» στη χώρα του και θα έδινε έτσι το παράδειγμα στον κόσμο όλο. Τέσσερα εμβληματικά πεδία δείχνουν ότι , ενώ προσπάθησε, δεν τα κατάφερε.

Κανείς δεν πίστευε –ίσως εκτός από τον ίδιο- και δεν του ζητούσε –ίσως εκτός από εκείνους που ήθελαν να τον υπονομεύσουν- ότι ο Ομπάμα ήταν ικανός να «αλλάξει τον κόσμο». Όμως όλοι, με πρώτο τον ίδιο, είχαν επίγνωση ότι είχε λαϊκή εντολή να «αλλάξει την Ουάσινγκτον», δηλαδή τον τρόπο που διεξάγεται η πολιτική διαπάλη και λαμβάνονται οι αποφάσεις στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Αυτό όχι μόνο δεν έγινε, αλλά επί Προεδρίας του προστέθηκε, σχεδόν ως δομικό, ένα νέο στοιχείο: το «συστημικό μπλοκάρισμα» (gridlock). Όχι μόνο δεν λειτούργησε το σύστημα των ισορροπιών μεταξύ των εξουσιών και των αντιβάρων στις «υπερεξουσίες» του Προέδρου, αλλά –εξαρχής, και πάντως συντριπτικά μετά την κατάκτηση πλειοψηφίας από τους πολιτικούς αντιπάλους του και στα δύο νομοθετικά σώματα- κάθε πρωτοβουλία του Προέδρου συναντούσε σθεναρή και συχνά μετωπική αντίδραση, ενώ υπήρξαν και δύο τουλάχιστον πρωτοφανείς περιπτώσεις καταπάτησης της συνταγματικής τάξης λόγω αλληλοεξουδετέρωσης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας: πρόκειται για τις δύο ασυμφωνίες –στη μέση της πρώτης και στην αρχή της δεύτερης θητείας- για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, που απείλησαν να οδηγήσουν τη χώρα σε οικειοθελή χρεοκοπία και πάντως την  οδήγησαν σε πιστοληπτική υποβάθμιση, καθώς και για την άρνηση της Γερουσίας όχι μόνο να υπερψηφίσει αλλά έστω να ακροαστεί τον προταθέντα από τον Πρόεδρο για την αναπλήρωση του αποθανόντα υπερσυντηρητικού ανώτατου δικαστή Σκάλια. Στην πρώτη περίπτωση βρέθηκε ένας –κακός- συμβιβασμός. Στη δεύτερη άνοιξε ο δρόμος για τον Τραμπ να ορίσει έναν δικαστή της δικής του «λογικής» και να σφραγίσει την – αντιελευθεριακή;- στροφή του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Ο Ομπάμα πιθανότατα δεν μπορούσε να αποφύγει τις δύο αυτές χαρακτηριστικές του ψυχροπολεμικού κλίματος στη Ουάσινγκτον εξελίξεις –από την αντιπαράθεση μάλιστα γύρω από τον προϋπολογισμό μπορεί και να θεωρηθεί ότι βγήκε νικητής. Όμως δεν βελτίωσε τα πράγματα ούτε σε επίπεδο «καθημερινής άσκησης» της πολιτικής: η δύναμη των λομπιστών, και γενικά, όπως θα δούμε και παρακάτω, του χρήματος στην πολιτική όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε’  οι «πελατειακού» τύπου διορισμοί, ιδίως στις παραδοσιακά «προσφερόμενες» θέσεις Πρεσβευτών, συνεχίστηκαν ακάθεκτες (η επιλογή της παραγωγού του Bold & Beautiful για την Πρεσβεία της Ουγγαρίας μάλλον δεν υπάκουε στα αξιοκρατικά κριτήρια για τα οποία είχε κάνει λόγο ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου όταν ήταν υποψήφιος)’ αυτός ο άλλος τρόπος «ώστε η πολιτική να καθρεφτίζει ό,τι καλύτερο υπάρχει μέσα μας» ουδέποτε βρέθηκε –και είναι αμφίβολο αν έστω ψηλαφίστηκε. Στο τέλος της θητείας του Ομπάμα το 90% των Αμερικανών δεν εμπιστεύεται τη Βουλή και σχεδόν αντίστοιχο ποσοστό την πολιτική.  Η πολιτιστική επανάσταση θα πρέπει να περιμένει … τον Τραμπ.

Αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, ο Ομπάμα είχε υποσχεθεί τη συμφιλίωση των Αμερικανών με τον εαυτό τους και με τους συμπολίτες τους. Κατέληξε, όσο κι αν προσπάθησε, ιδίως στους λόγους του, να σπείρει αυτό το νέο για τα αμερικανικά ήθη σπόρο, να δει και να παραδεχτεί το θρίαμβο του θυμού και της διχόνοιας. Το Τσάι Πάρτι έκανε ήδη από τον Ιανουάριο του 2010 επίδειξη δύναμης με τη συγκέντρωση 100.000 οπαδών της συντηρητικής επαναθεμελίωσης της Αμερικής και κατάφερε να περάσει το διχαστικό του μήνυμα όχι μόνο στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αλλά και όλης της κοινωνίας, βάζοντας έτσι τα θεμέλια, από την αρχή της προεδρίας Ομπάμα, για την ανέλιξη ενός Τραμπ στην εξουσία. Το μίσος για κάθε τι το «προοδευτικό» και η συνωμοσιολογία για τους πάντες και τα πάντα (ξεκινώντας από τον ίδιο τον «μουσουλμάνο», «αντι-αμερικανό» και «αντίχριστο» Πρόεδρο) έγιναν, για πρώτη φορά, τόσο mainstream. 

Ο Ομπάμα κράτησε –και δεν είναι διόλου λίγο- την αξιοπρέπεια και την ψυχραιμία του. Επίσης –και είναι κι αυτό προς τιμή του- δεν αρνήθηκε την πραγματικότητα ούτε την αυτοκριτική: στον τελευταίο ετήσιο λόγο του για την «Κατάσταση του Έθνους» (State of the Union), τον Ιανουάριο του 2016, παραδέχτηκε ανοιχτά ότι, επί Προεδρίας του, η Αμερική και η πολιτική «έγιναν περισσότερο, και όχι λιγότερο, πολωμένες», ότι μεγάλωσε «η πικρία και η καχυποψία μεταξύ των κομμάτων» και ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να «ρίξει τις αναγκαίες γέφυρες», όπως θα έκαναν ίσως τα πολιτικά ινδάλματά του, ο Λίνκολν και ο Ρούζβελτ. Στον αποχαιρετιστήριο μάλιστα λόγο του, στο Σικάγο, στις 11 Ιανουαρίου του 2017, ο Ομπάμα έφτασε μνα πει ότι, ακόμα και ως ιδέα, μια «μεταρατσιστική» Αμερική δεν είναι εφικτή. Άραγε αυτή η στάση περίκλεισης στο χρυσελεφάντινο πύργο της ψυχραιμίας –και γλιστρήματος ίσως της ψυχραιμίας στην απάθεια- ήταν ο σωστός τρόπος αντίδρασης στην πρωτοφανή σκλήρυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα του; Το βέβαιο είναι ότι εμπόδισαν τον Ομπάμα να κάνει αυτά που θα ήθελε στους δύο πιο κρίσιμους, αλλά και πιο χαρακτηριστικούς, τομείς της αμερικανικής ζωής: το χρήμα και τα όπλα.

Και στους δύο αυτούς τομείς ο Ομπάμα νικήθηκε από τον σχεδόν απαγορευτικό συσχετισμό δυνάμεων αλλά και από τα ίδια τα όρια της «συναινετικής» μεθόδου του. Τόσο σχετικά με την οπλοκατοχή, ζήτημα που κατέστη πρώτης γραμμής μέσα από μια σειρά βίαιων φόνων, όσο με την κυριαρχία του χρήματος, κατά τις προεκλογικές ιδίως καμπάνιες αλλά και σε κάθε άλλη πολιτική εκδήλωση, ο Ομπάμα συνάντησε ανυπέρβλητα θεσμικά εμπόδια: ως προς τον έλεγχο της οπλοκατοχής, την «πλειοψηφία μπλοκαρίσματος» (filibuster) των 60 Γερουσιαστών, την «ιερή» εκ της Δεύτερης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος «ελευθερία» των Αμερικανών να φέρουν όπλα, την πρακτική και νομολογιακή επικράτηση του «δικαίου της αυτοπροστασίας» («Stand your Ground”, που για τις δυνάμεις τήρησης της τάξης μεταφράζεται σε «πρώτα πυροβολείς και μετά αναρωτιέσαι»), το πανίσχυρο NRA (National Rifle Association) με τον πακτωλό των χρημάτων του και το φανατισμό των μελών του’ ως προς τον περιορισμό του πολιτικού χρήματος, τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον Ιανουάριο του 2010 και τον Απρίλιο του 2014, με τις οποίες, πάντα με πλειοψηφία 5-4 και με την ψήφο του Προέδρου Ρόμπερτς να είναι καθοριστική,, κρίθηκε αντισυνταγματικός ο οποιοσδήποτε περιορισμός στις «πολιτικές επιδοτήσεις», τόσο από εταιρίες όσο και από ιδιώτες.

Θα ήταν άδικο να λέγαμε ότι ο Ομπάμα έμεινε με σταυρωμένα χέρια, έστω και απέναντι σε τέτοια εμπόδια. Έκανε δυο νομοθετικές προσπάθειες για την οπλοκατοχή: μία μέσω κανονικής νομοθέτησης, τον Απρίλιο του 2013, στην οποία προτεινόταν ένα σύστημα στοιχειώδους ελέγχου της αγοράς όπλων ως αντίδραση στο φονικό σε ένα σχολείο στο Newton του Connecticut (20 νεκροί μαθητές) -τη σταμάτησε το τείχος των 60 Γερουσιαστών αλλά δεν πήρε καν όλες τις ψήφους των Δημοκρατικών’  και μία, μέσω προεδρικού διατάγματος, τον Ιανουάριο του 2016, με το οποίο μπαίνουν κάποιοι γενικοί κανόνες ελέγχου, για την υλοποίηση όμως των οποίων χρειάζεται η έγκριση της Βουλής. Για το πολεμικό χρήμα μία φορά προσπάθησε: τον Απρίλιο του 2010, ως αντίδραση στην πρώτη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προτάθηκε, και απορρίφθηκε από τη Γερουσία, η “Disclosure Act”, για μεγαλύτερη διαφάνεια της προέλευσης των χρημάτων και απαγόρευση προσφορών προερχόμενων από πηγές εκτός της χώρας. Ο Ομπάμα δεν μπόρεσε να αποτρέψει ούτε τις προεδρικές εκλογές του 2012, τις οποίες κέρδισε, από το να είναι (ως τις επόμενες) οι πιο σπάταλες της αμερικανικής ιστορίας (οι υποψήφιοι μάζεψαν και ξόδεψαν περισσότερα από 6 δισεκατομμύρια δολάρια), ούτε μια περιοχή της πόλης του, του Σικάγο, να αφεθεί έρμαιο του καθημερινού πολέμου συμμοριών και άλλων ασκούντων το ιερό συνταγματικό τους δικαίωμα ομάδων.

Ο Ομπάμα είχε ο μόνος του βάλει τον πήχυ ψηλά –και μόνος του τον διατήρησε εκεί σε όλη τη διάρκεια της οκταετίας του. Στη συνταρακτική, αλλά και συνταρακτικά καθυστερημένη, εξομολόγηση του στο τελευταίο του State of the Union, εκτός από την αυτοκριτική έκανε λόγο και για τρεις τομείς στους οποίους θα ήθελε να είχε αφήσει το αποτύπωμά του: την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, την ηγεσία της χώρας του στη μάχη κατά του καρκίνου, τη μείωση της «αδηφάγου τρέλας» (recklessness) της Wall Street. 

Θα ήθελε –αλλά δεν μπόρεσε: ακριβώς το αντίθετο του συνθήματος που τον έφερε στην εξουσία και τον φόρτωσε με τις ελπίδες της ανθρωπότητας. Αλλά έστω κι αν δεν αφήνει έναν καλύτερο κόσμο, είναι βέβαιο ότι πάλεψε για να μην αφήσει τον χειρότερο που έρχεται.                                                   

 

10. Το ύφος ως ήθος

Αν η λίστα των πολιτικών επιτυχιών και μη επιτυχιών του Ομπάμα είναι, όπως προσπάθησα να δείξω με όλα τα προηγούμενα, σχετικά μοιρασμένη, αυτό δεν αλλάζει, ή τουλάχιστον, στα μάτια μου, δεν πρέπει ν’ αλλάξει, την αποτίμηση του (δημοσίου) προσώπου ως προσώπου και όχι αποκλειστικά ως αθροίσματος πράξεων και παραλείψεων.    

Αν και δύσκολα κανείς θα με πείσει ότι η διάσωση της αμερικανικής, και άρα και της παγκόσμιας, οικονομίας (έστω και με μετάθεση, που σήμαινε όμως ταυτοχρόνως και λείανση, της κρίσης σε πιο ευάλωτες περιοχές), η δημιουργία 15 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, η ένταξη άλλων 20 τουλάχιστον εκατομμυρίων σε ένα, έστω ατελές και «ιδιωτικο-οικονομικής» λογικής, σύστημα υγείας, η έμπρακτη προώθηση της πράσινης ενέργειας στη χώρα του και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής σε πλανητικό επίπεδο, η αποφυγή πολλών ενόπλων συγκρούσεων και το, επίσης έμπρακτο, άνοιγμα στη φυλετική, πολιτισμική, εθνοτική, θρησκευτική, ατομική διαφορετικότητα είναι ομοιοβαρή με το μη κλείσιμο του Γουαντάναμο, τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων μέσω drones, τη δυνατότητα που δόθηκε σε δυνάμεις του τρόμου να δυναμώσουν λόγω αποφυγής της σύγκρουσης με αυτές, το άφημα του Συριακού λαού στη δραματική μοίρα του -αν δύσκολα λοιπόν κανείς θα με πείσει πως ο τελικός απολογισμός δεν είναι θετικός, το ζήτημα δεν είναι στο ζύγι. Το ζήτημα είναι –ή τουλάχιστον είναι επίσης και σε σημαντικό βαθμό- ποιος, πώς, με τι κριτήρια και με πόση σταθερότητα άσκησε την εξουσία στη σημαντικότερη για την ανθρωπότητα χώρα. 

Δεν πιστεύω ότι είναι ούτε ιδεαλισμός ούτε ιεροσυλία το να πει κανείς –το να δει κανείς- ότι το σημαντικότερο πράγμα που κέρδισε η Αμερική, αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος, από την οκταετία Ομπάμα ήταν ότι ο Ομπάμα υπήρξε ο Ομπάμα. Ας μην παρεξηγηθώ: δεν μιλώ για τον Ομπάμα των «μεγάλων λόγων» και των «αγαθών προθέσεων» αλλά για τον Πρόεδρο της καθημερινής στάσης και των καθημερινών αποφάσεων. Το γεγονός ότι σκεφτόταν –και μάλιστα προσπαθώντας να γυρίσει το ζήτημα από όλες τις μεριές- πριν πράξει. Ότι διατήρησε πάντα την ψυχραιμία του και στα εύκολα και στα δύσκολα, καταφέρνοντας το ακατόρθωτο: να αποτινάξει από πάνω του σα νερό της βροχής το μίσος –δεν υπάρχει άλλη λέξη και δεν εκφράστηκε ποτέ τόσο μίσος τόσο γυμνά- εκατομμυρίων συμπατριωτών του που δεν μπήκαν καν στον κόπο να πάνε πέρα από το χρώμα του δέρματός του και το περίγραμμα των ιδεών του. Ότι ποτέ δεν χάιδεψε αυτιά, δεν θριαμβολόγησε, δεν δίστασε να παραδεχτεί τα λάθη του και τις ατέλειες του –θυμηθείτε το Λόγο της Αθήνας: «κανείς περισσότερο από εμένα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πόσο η δημοκρατία είναι εύθραυστη και πόσο το έργο της Προεδρίας μου ανολοκλήρωτο». Ότι δεν λοιδόρησε κανέναν ανταγωνιστή, εχθρό, αντίπαλο, ακόμα και τον άνθρωπο που εξελέγη με βασικό μέλημα την εκθεμελίωση του δικού έργου –πάλι στην Αθήνα: «όπως μπορεί να έχετε προσέξει, ο επόμενος Πρόεδρος της Αμερικής δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερες διαφορές από εμένα … αλλά η δημοκρατία είναι πιο μεγάλη από ένα και μόνο άτομο… γι’ αυτό η κυβέρνηση μου θα κάνει τα πάντα για να επιτευχθεί η ομαλότερη δυνατή μετάβαση».

 Όλα αυτά θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε μια λέξη, που δυστυχώς δεν μεταφράζεται στα ελληνικά, και που είναι η λέξη grace. Και μάλιστα amazing grace, αν σκεφτεί κανείς τις αντικειμενικές συνθήκες και την εποχή μέσα στην οποία εκτυλίχτηκε η Προεδρία του.

Και πάλι βιάζομαι να πω: αν όλα αυτά έμεναν στα λόγια και στη στάση –στην «επικοινωνία», που τόσο καλά γνωρίζουμε σε πολλές χώρες, με πρώτη τη δική μας- δεν θα είχαν νόημα. Μεταβλήθηκαν όμως σε πολιτικές επιλογές και σε προσπάθειες, που δεν πέτυχαν ασφαλώς όλες και που δεν πολεμήθηκαν ασφαλώς όλες με τον τρόπο που τους άξιζε και που, συνολικά ιδωμένες, δεν άλλαξαν και δεν βελτίωσαν τον κόσμο και την πολιτική όσο είχε υποσχεθεί ο ίδιος και όσοι όλοι ελπίζαμε. Όμως τα δημοκρατικά ιδανικά δεν διέπνεαν μόνο τους λόγους του Ομπάμα και δεν βρήκαν φραστικό μόνο απόγειο στο Λόγο ας Αθήνας: η πίστη στη δημοκρατία, στη διαφορετικότητα, στην ειρηνική επίλυση των διαφορών, στη λείανση αλλά όχι κατάργηση της «παγκοσμιοποίησης», στην αντίσταση στην λαϊκιστική αποσάθρωση της νεωτερικότητας και, τελικά, της προόδου, ενυπήρχαν σε πολιτικές επιλογές, συχνά συγκρουσιακές, κι έδωσαν καρπούς. Ιδίως έδωσαν παράδειγμα –άλλο αν, και δέχομαι ότι δεν μπορεί να μείνει ανείπωτο ούτε να θεωρηθεί τυχαίο- ο κόσμος, ξεκινώντας από την ίδια χώρα του, δείχνει προς το παρόν όχι μόνο να μη μιμείται αλλά να γυρίζει την πλάτη σε αυτό το παράδειγμα.                                 

Ας πάρουμε ας τελευταίες του ενέργειες, από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι θα τον διαδεχτεί ο Τραμπ: εξασφάλιση ομαλής μετάβασης (σε σχέση με έναν διάδοχο που είχε δηλώσει ότι, αν δεν κέρδιζε, δεν θα αποδεχόταν το εκλογικό αποτέλεσμα), άρση του βέτο στον ΟΗΕ και διευκόλυνση έτσι της καταδίκης του Ισραήλ για την εποικιστική πολιτική του (και πάλι όχι με συναισθηματικά αλλά με πολιτικά κριτήρια: οι ΗΠΑ παραμένουν στενός σύμμαχος του Ισραήλ αλλά δεν δικαιολογούν τον τρόπο  με τον οποίο εμπόδισε την ειρηνευτική διαδικασία και τα εξίσου δίκαια αιτήματα της Παλαιστίνης), καταγγελία της Ρωσίας για την ανάμιξη στις αμερικανικές εκλογές και γενικά για το ρόλο παγκόσμιου bully στην οποία όλο και πιο ανοικτά τη σπρώχνει ο Πούτιν.  Γι’ αυτό συνεχίζει να κάνει εντύπωση –για μένα είναι η μόνη πραγματικά ακατανόητη επιλογή του Ομπάμα- η ανοχή σε παραβιάσεις του κράτους δικαίου στην και από την ίδια του τη χώρα: Γουαντάναμο φυσικά, αλλά και βία κατά διαδηλωτών του κινήματος Occupy, παρακολουθήσεις ξένων ηγετών και δημοσιογράφων, σιωπηρή έστω κατάφαση σε πρακτικές των αρχών ασφαλείας.

Για οκτώ χρόνια ο δημοκρατικός κόσμος –οι κάθε λογής «πολίτες του κόσμου», οι οποίοι, πολύ περισσότερο από τους κυβερνώντες, ενσαρκώνουν την πεμπτουσία της Δημοκρατίας, όπως μας θύμισε ο Ομπάμα στο Λόγο της Αθήνας- δεν ηγεμονευόταν αλλά ενσαρκωνόταν από έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια. 

Πολίτες όλου του κόσμου, όποιες και να είναι οι πεποιθήσεις του καθενός, ας προσδεθούμε όχι για την προσγείωση αλλά για την πτώση.

 

0
0
0
s2smodern
powered by social2s