Στο παρά πέντε

Φιλελεύθερος 24/09/2018

Δημοσιογραφικό συγκρότημα «Νέων-Βήματος», πριν και μετά την ιδιοκτησιακή αλλαγή, Νέα Δημοκρατία, δια της εκπροσώπου Τύπου της, «Φιλελεύθερος», για ένα «ενοχλητικό» ρεπορτάζ, Παναγιώτης Λαφαζάνης, για τη στάση του στο θέμα των πλειστηριασμών και όχι μόνο: οι ενδείξεις για το κυβερνητικό «ήθος» έγιναν πια αποδείξεις. Τέσσερα είναι, στα μάτια μου, τα βασικά συμπεράσματα, αλλά και αντίστοιχες για τη Δημοκρατία προκλήσεις, ενόψει της θλιβερής αυτής αλληλουχίας.

Το πρώτο είναι ότι η κυβέρνηση, και η χώρα, έχουν εκχωρήσει τη λειτουργία βασικών θεσμών του Κράτους Δικαίου, και πάντως της Δικαιοσύνης και της ελευθεροτυπίας, στον αρχηγό του ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου. Το προπατορικό αμάρτημα του δήθεν «Αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ, η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ, δημιουργεί διπλό και μείζον πρόβλημα Δημοκρατίας: ένα κόμμα και, ιδίως, ένας άνθρωπος, που εκπροσωπούν το 3% των ψήφων στις τελευταίες εκλογές, και που βρίσκονται στο όριο της ανυπαρξίας σήμερα, όχι μόνο συγκροτούν την κυβερνητική ατζέντα στα σημαντικότερα θέματα, αλλά και υπονομεύουν ανοιχτά του θεσμούς, ώστε να συνεχίσει να τους παρέχεται πολιτική και κυβερνητική ασυλία. Αντί για κροκοδείλια δάκρυα, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που πραγματικά αισθάνονται δημοκράτες έχουν ένα μεγάλο όπλο στα χέρια τους: να απαιτήσουν την οριστική διάρρηξη του δεσμού με τους ΑΝΕΛ, ακόμα και αν τους στοιχίσει την καρέκλα της εξουσίας.

Το δεύτερο είναι η ανάγκη για αναδιαμόρφωση μέρους του ποινικού οπλοστασίου, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση του Τύπου. Ιδιώνυμα και αυτόφωρα ανήκουν σε άλλες εποχές, σε άλλα καθεστώτα και σε άλλα χέρια. Υπάρχουν, και πρέπει να ενισχυθούν, δυνατότητες επανόρθωσης, άσκησης κριτικής στην κριτική και αποφυγής του διασυρμού ή της συκοφαντίας κομμάτων και προσώπων. Με άλλα όμως μέσα από την καταφυγή στην ανελευθερία, ιδίως όταν την ελευθερία χειρίζονται κυβερνήσεις σαν τη σημερινή, που δεν καταδικάζει τον υποκινητή των διώξεων και που διόλου συγκινείται από αστυνομικές Αρχές «χωρίς Γραμματέα», έτσι ώστε οι κρατήσεις να συνεχιστούν τη νύχτα για παραδειγματισμό.

Το τρίτο, που αφορά καταρχάς, αλλά όχι μόνο, αυτήν εδώ τη νέα και ανυπότακτη εφημερίδα και το είδος της δημοσιογραφίας που εκπροσωπεί, είναι ότι τέτοιες διώξεις όχι μόνο δεν πρέπει να την κάμψουν –και είμαι εντελώς βέβαιος ότι δεν θα την κάμψουν- ή να την κάνουν να αναθεωρήσει τις αρχές της, αλλά, αντίθετα, οφείλουν να την ενδυναμώσουν και να κάνουν και άλλους να τη μιμηθούν. Το ζήτημα της διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων για το προσφυγικό, όπως και γενικά η οικονομική διαχείριση αυτής της κυβέρνησης, ξεκινώντας από τον τομέα της άμυνας, είναι υπαρκτό και τεράστιο και το νυστέρι της έρευνας, όσο κι αν τσούζει –ή μάλλον: ακριβώς επειδή τσούζει- πρέπει να μπει ακόμα πιο βαθιά.

Το τέταρτο, και πιο σημαντικό για τη Δημοκρατία, είναι η συνειδητοποίηση ότι η παρούσα ομάδα εξουσίας, ορισμένες φορές υπό το μανδύα της νομιμοφάνειας, τον τελευταίο καιρό και ωμά, γλιστρά όλο και πιο βαθιά στον αυταρχισμό. Δεν δέχεται την κριτική. Δεν ανέχεται την άλλη γνώμη. Όχι μόνο δεν στηρίζει, αλλά υπονομεύει την αναζήτηση της αλήθειας. Καταστέλλει (περίπτωση Λαφαζάνη) ακόμα και εκδηλώσεις «ακτιβισμού», σαν κι αυτές που αποτελούσαν σήμα κατατεθέν της πριν έρθει στην εξουσία και συνεχίζονται σε πεδία που θεωρεί πρόσφορα: φυλακές, Πανεπιστήμια, Εξάρχεια. Το να υποστηρίζει κανείς την ελευθερία έκφρασης και πολιτικής δράσης δεν σημαίνει ότι συμφωνεί με κάθε έκφανση του λόγου ή των πράξεων που διώκονται. Σημαίνει όμως, ιδίως σήμερα, ότι έχει αποφασίσει να μην επιτρέψει την ολοκλήρωση του κύκλου αυταρχισμού αυτής της κυβέρνησης. Η μετάβαση από τους «ακίνδυνους» λεονταρισμούς στην υπό ποινικό προκάλυμμα πολιτική καταστολή υπήρξε εύκολη, οι δυνάμεις της Δημοκρατίας έχουν χρέος να φράξουν τουλάχιστον το πέρασμα στο τρίτο και ύστατο στάδιο, της κατάλυσης θεσμών.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s