Ελληνικός σοσιαλισμός και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία

NEA 11-11-17

Από τη συζήτηση και τις ζυμώσεις για μια νέα ελληνική εκδοχή στο χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, δεν θα πρέπει να λείπει ούτε η ιστορική διάσταση ούτε η σύνδεση με τις συνθήκες της εποχής. Πιστεύω μάλιστα πως το να γνωρίζουμε και να αναλύουμε τις ιστορικές ιδιαιτερότητες μάς βοηθά να κατανοήσουμε στην ουσία τους τα σημερινά διλήμματα και δυσκολίες. 

Σήμερα, ενόψει της εξ υπαρχής συγκρότησης ενός «κοινού σπιτιού» για όλες τις ομάδες και τα κόμματα του λεγόμενου «κεντροαριστερού χώρου», θεωρείται σχεδόν δεδομένο ότι το «σπίτι» θα στεγάζεται κάπου επί της Οδού Σοσιαλδημοκρατίας. Δεν θα ήταν ανώφελο, για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ως εδώ, να θυμηθούμε ότι ο μακράν σημαντικότερος ως σήμερα «κάτοικος» αυτού του χώρου, το ΠΑΣΟΚ, γεννήθηκε και έζησε σε άλλη «γειτονιά», στην περιοχή του Σοσιαλισμού, που βρισκόταν μάλιστα στο Νότιο τμήμα της πόλης της Κυβερνητικής Αριστεράς. Ο «σοσιαλισμός του Νότου», στον οποίο συμμετείχαν επ΄ίσοις όροις και αλληλοεπηρεαζόμενα, τουλάχιστον ως το τέλος του εικοστού αιώνα, το ΠΑΣΟΚ, το γαλλικό PS και το ισπανικό PSOE, συγκροτήθηκε όχι μόνο ως κάτι διαφορετικό από τη σοσιαλδημοκρατία αλλά και ως ένα θεωρητικό και κυβερνητικό αντίβαρό της.

Η πορεία προς τη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση», την οποία επιτάχυνε η δοκιμασία της εξουσίας, υπήρξε σαφής και στα τρία κόμματα, αλλά το γενετικό ίχνος της διάστασης είναι ακόμα υπαρκτό και χρησιμεύει στην κατανόηση δύο τουλάχιστον κρίσιμων στοιχείων της εν εξελίξει διαδικασίας : γιατί το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται με τον όρο και την πολιτική λογική του «κεντρώου χώρου» και γιατί οι άλλες δυνάμεις του ίδιου χώρου δυσκολεύονται με το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να επικαλούνται πλέον όλοι τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά η σοσιαλδημοκρατία είναι μια πολιτική πρακτική που δεν έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα, κάτι που καθιστά διπλά απαιτητική την προσπάθεια να αποτελέσει τον συγκολλητικό ιστό διάσπαρτων και άνισων κομματικών σχηματισμών. Αν πράγματι θέλουμε να κάνουμε μια νέα αρχή πάνω σε άλλες βάσεις, να χρησιμοποιήσουμε και να χτίσουμε πάνω στην «εμπειρία ΠΑΣΟΚ» αλλά να την ξεπεράσουμε, τότε όχι μόνο πρέπει να προσαρμόσουμε την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στα ελληνικά δεδομένα αλλά και στις ανάγκες της εποχής. Με πιο πολιτικούς όρους το ερώτημα που έχουν μπροστά τους οι πρωταγωνιστές της ομογενοποίησης και που κυρίως θα πρέπει να αντιμετωπίσει από την πρώτη στιγμή ο νέος αρχηγός είναι το εξής: έχει νόημα να αναζητούμε σήμερα στην Ελλάδα το δρόμο μιας σοσιαλδημοκρατίας που παρακμάζει διεθνώς ή μήπως, πατώντας πάνω στην εμπειρία της κρίσης και απαλλαγμένοι από τον «κυβερνητισμό», θα ήταν καλύτερο να αφήσουμε πίσω τις ταμπέλες και να δώσουμε το βάρος στις πολιτικές επιλογές;

Και πάλι η ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ βοηθά στο ξεκαθάρισμα. Γιατί πέρασε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και το PS του Φρανσουά Μιτεράν και το PSOE του Φελίπε Γκονζάλεθ, από την απόρριψη της σοσιαλδημοκρατίας σε μια οιονεί «σοσιαλδημοκαρτικοποίηση» στην εξουσία; Μήπως γιατί, όπως επιχείρησε να μας πείσει ο κύριος Τσίπρας σε πρόσφατο άρθρο του, η εξουσία τους διέφθειρε και τους κατέστησε προδότες των ιδανικών τους; Ή μήπως, αντίθετα, γιατί η δοκιμασία της εξουσίας, με το μεγεθυντικό φακό που αμέσως έβαλε μπροστά στις πολιτικές επιλογές, τους έπεισε –όχι γρήγορα, όχι εύκολα, όχι πλήρως κι όχι πάντα πετυχημένα- ότι η σύγκλιση προς τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας –τον κοινωνικό διάλογο, τις σταδιακές μεταρρυθμίσεις και τη συμμετοχή στο ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο- υπηρετούσε καλύτερα τους διακηρυγμένους στόχους τους για περισσότερη ανεξαρτησία και κοινωνική ισότητα; Βιάζομαι να πω ότι η μεταστροφή είχε ασφαλώς και τακτικιστικά στοιχεία (η κοινωνική βάση των σοσιαλιστών του Νότου άλλαζε όσο μεγάλωνε η δύναμη τους, ενώ και η ευρωπαϊκή ενοποίηση διαμορφωνόταν με τρόπο που θα τους άφηνε τελείως πίσω αν δεν την ενστερνίζονταν), ενώ και οι κυβερνητικές επιδόσεις των σοσιαλιστών του Νότου ήταν πολύ άνισες και πάντως δεν έφεραν, σε καμία από τις τρεις χώρες, την ποιοτική αλλαγή που είχαν υποσχεθεί και στην οποία ίσως ήλπιζαν οι κοινωνίες.
Πιστεύω πάντως ότι, για να έρθουμε στα ελληνικά πράγματα, η αποδοχή της «ενωμένης Ευρώπης» από τον Ανδρέα ήδη από το Συνέδριο του 1984 (είχε προηγηθεί η δοκιμασία του «Μνημονίου Συνεργασίας» του 1982 και τα ΜΕΠ), η παραδοχή, πάλι από τον Ανδρέα, ότι δεν υπάρχει αναδιανομή με χρέος (αλλά αφού και πάλι είχε προηγηθεί η θυσία του Κώστα Σημίτη ως «Υπουργού της λιτότητας»), καθώς και η αντικατάσταση της Αλλαγής με κεφαλαίο Α από πολλές «εκσυγχρονιστικές» αλλαγές, έγιναν όχι για να προδώσουν αλλά για να υπηρετήσουν ένα πολιτικό σχέδιο. Που μοιραία μετασχηματίστηκε στο καμίνι της εξουσίας, δεν ξέφυγε, ωστόσο, από το «σοσιαλιστικό» του άξονα.


Τώρα όμως; Τι προκλήσεις έχει μπροστά του ο νέος χώρος; Θέλει να κάνει ένα ξεκίνημα εν ιστορία, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη τα κρίσιμα δεδομένα της στιγμής στην Ελλάδα -τη διαιώνιση των Μνημονίων, τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και την ψυχική αποκοπή του ΠΑΣΟΚ από την πρώην βάση του- ή εν κενώ, δηλαδή προτάσσοντας θεωρίες και τακτικισμούς; Αν θέλει το πρώτο, όπως ελπίζω, θα πρέπει να στραφεί, έστω από την πρώτη μέρα του νέου φορέα, αφού ελάχιστα συζητήθηκαν κατά την προεκλογική εκστρατεία, στα ζητήματα που κατά τη γνώμη μου συγκροτούν τον πυρήνα της προοδευτικής σκέψης σήμερα.
Πώς ξαναμιλάμε στον κόσμο ώστε να μας ακούσει; Πώς ξαναδίνουμε αξιοπρέπεια στην άσκηση της εξουσίας; Πώς φέρνουμε την πραγματική ανάπτυξη; Πώς βοηθάμε τους πιο αδύναμους όταν έχουν ξεπεραστεί τα εργαλεία της παλιού τύπου αναδιανομής; Πώς αποδεικνύουμε έμπρακτα ότι δεν είμαστε λαϊκιστές; Ποιες συμμαχίες ψάχνουμε για το ξαναζωντάνεμα του ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου;
Αν απαντηθούν αυτά, πολύ λίγη σημασία θα έχει αν εκείνοι που τα έχουν απαντήσει και αυτοί που τους ακολουθούν αυτοαποκαλούνται σοσιαλδημοκράτες ή κεντροαριστεροί ή κεντρώοι.

0
0
0
s2smodern
powered by social2s